Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Τα δώρα

Δώρο 1:

 gravure de l'artiste Isabel Mouttet, Paris, 2014.


Δώρο 2: 
Οι αναμνήσεις μου από το Γαλλικό Ινστιτούτο αρχίζουν έτσι: 
     Ιούνιος του 1971. Ένας στρουμπουλός έφηβος, καθόλου άνετος μέσα στο ακαλαίσθητο σώμα του, πηγαίνει  στην ετήσια εκδήλωση του Γαλλικού Ινστιτούτου (Annexe de Volos). Θα γίνει η αποτίμηση της χρονιάς που πέρασε και η απονομή βραβείων και επαίνων σε όσους αρίστευσαν. Εκείνος είναι παρών εκεί, διότι, απλά, ως επιμελής και υπάκουος μαθητής, οποιαδήποτε απουσία απ' το σχολικό πλαίσιο θεωρείται απολύτως απαγορευμένη.
     Η εκδήλωση εξελίσσεται αδιάφορα, όπως σχεδόν όλα όσα είναι η ζωή του εκείνο τον καιρό.  Γύρω του γονείς και καθηγήτριες χειροκροτούν, μάλλον, μαθητές φλυαρούν και αστειεύονται ανόητα. Μόνος, στην σκοτεινότερη γωνιά τής αίθουσας, πλήττει και πιθανότατα χασμουριέται  κρυφά. Ως τη στιγμή που, έκπληκτος, ακούει να τον φωνάζουν απ' τα μεγάφωνα. Ναι, αυτό είναι το όνομά του!


   Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τη μέρα εκείνη. Μια μεγάλη, πολυτελής αλλά κακόγουστη ασπρόμαυρη φωτογραφία τον βοηθάει να θυμηθεί πόσο δύσκολα ήταν τα βήματα μέχρι την υπερυψωμένη, φωτισμένη σκηνή τού αμφιθεάτρου εκδηλώσεων του Ινστιτούτου. Και πόση ένταση και αμηχανία ένιωθε στην χειραψία με την χαμογελαστή κι ανυποψίαστη διευθύντρια.
  Θυμάται ακόμα πώς έτρεχε στην επιστροφή για το σπίτι, κρατώντας το τυλιγμένο χαρτί στο ιδρωμένο χέρι. Ήταν η έκπληξη; Η ικανοποίηση; Η επιβράβευση;
Νομίζει τίποτα απ' όλα αυτά. Η ταραχή του πηγάζει απ' την ανυπομονησία. Γιατί η καρδιά του χτυπάει με χίλιους παλμούς στη σκέψη πως σε δέκα, σε οκτώ, σε τρία λεπτά, θα δώσει το δώρο του σε κείνους που δεν το περιμένουν. Που ξέρουν απλά πως πήγε στο μάθημα στα Γαλλικά και πως σίγουρα πριν τις εννιά θα έχει επιστρέψει. Διότι αύριο έχει σχολείο. Και θα πρέπει να διαβάσει. Τώρα τελευταία είναι περίεργος, σαν νά 'ναι αλλού, σαν μην νιάζεται αρκετά για το σχολείο, σα να χαλάρωσε λιγάκι, τους φαίνεται…  

Δώρο 3:
Πρωτοχρονιά 2013 (42 χρόνια μετά).
Με κόπο και ανακουφιστικό πόνο γράφονται οι τελευταίες γραμμές τού μυθιστορήματος.
Μερικά αποσπάσματα:

...Με τα πρωτοβρόχια, ο κόσμος ξαναμαζεύτηκε οριστικά στην πόλη. Ο Γάλλος πρόξενος οργάνωσε λοιπόν μιαν εκδήλωση στη μνήμη του Αναστάσιου Ντυπόν.
Η αίθουσα τελετών του Γαλλικού Ινστιτούτου γέμισε. Πολλοί Γάλλοι, φίλοι και συνάδελφοι, έκαναν το ταξίδι για να παραστούν. Όπως και κάποια ξαδέρφια της Άννας, μια παιδική της φίλη, ως και ένας συγκινημένος υπερήλικας συμφοιτητής του Αναστάσιου, γνωστός ήδη στους ψυχαναλυτές της πόλης από τις κατά καιρούς παρεμβάσεις του σε σεμινάρια. Όλος αυτός ο κόσμος με σκούρα ρούχα και σοβαρά πρόσωπα συνωστίζονται στην αίθουσα όπου τα μάτια όλων συγκλίνουν στο τεράστιο πορτραίτο του που, εκείνο, ταξίδεψε από το Καλαμάκι. Δίπλα του είναι στημένη μια γιγάντια ανθοδέσμη από ολοστρόγγυλες ορτανσίες, που πρόσφερε η βεράντα τής λεωφόρου Νίκης για το μεγάλο αντίο...

...Μίλησε ο πρόξενος, στα γαλλικά, με ζεστά λόγια, των οποίων το βαθύ περιεχόμενο, όπως αποδείχτηκε από το χειροκρότημα, λίγοι κατάλαβαν.
Όσο μιλούσε ο Γάλλος διπλωμάτης η Μία έζησε στην καρέκλα της μια μικρή καταστροφή. Ανάμεσα στον κόσμο που παρακολουθούσε με δυσκολία τον ομιλητή, ακούστηκε ξαφνικά ο χαρακτηριστικός ήχος τού κινητού της που είχε ξεχάσει να απενεργοποιήσει. Φουριόζα, πιάνει το τηλέφωνο στα χέρια. Μήνυμα! Κοιτάζει με θολωμένα μάτια. Η αδερφή της! Δεν αντέχει να περιμένει, ανοίγει να διαβάσει:
«Να πεις του γιου σου να μην με ξαναενοχλήσει! Κάλλη».
Απλώνει το χέρι και σφίγγει τη γροθιά της Άλλης, δίπλα της, αναστενάζοντας. Εκείνη της έριξε ένα πεταχτό βλέμμα στοργής. Συγχρόνως η Μία αισθάνεται τα δάχτυλα του Αχιλλέα να της αγγίζουν τον ώμο, την νιώθει σαν μιαν ενθαρρυντική κίνηση από μέρους του. Στέκεται ακριβώς πίσω της, διάβασε προφανώς το μήνυμα στο κινητό της, ίσως γρηγορότερα από κείνη...

...Πριν καλά-καλά κλείσει ο πρόξενος το λογύδριό του, πετάγεται όρθια μια άγνωστη καλοντυμένη κυρία, με καρό ταγιέρ και φουσκωτά γκρίζα μαλλιά, παίρνει βιαστικά το μικρόφωνο:
-Εγώ θα πω μόνο ένα αντίο, και ένα ευχαριστώ! Υπήρξατε, κύριε Ντυπόν, η ανάσα στην ξεψυχισμένη μου ζωή, η πολύτιμη βοήθεια όταν η ψυχή μου φυλλορροούσε. Σας λάτρεψα, να το ξέρετε! Καλό σας ταξίδι! Ξέρω, μου το είχατε πει κάποτε τελειώνοντας την συνεδρία, πως σας αρέσουν τα ταξίδια. Σας το εύχομαι λοιπόν με την καρδιά μου!...

...όλοι ξέσπασαν σε κλάματα και σε τρανταχτά, παρατεταμένα χειροκροτήματα. Για την μαγεία, την ομορφιά και τον πόνο, για την ποίηση της ζωής. Για το απύθμενο μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής. Για την απελπισμένη ουτοπία της αθανασίας…


Δώρο 4
Οι αναμνήσεις μου από το Γαλλικό Ινστιτούτο συνεχίζονται έτσι: 
Μάιος 2013



Χάρη στον καινούργιο πολύτιμο φίλο Γιώργο Γιαννόπουλο:








Διάλεξη των Yigit BENER και

Γιάννη ΒΑÏΤΣΑΡΑ με τίτλο :


« Ακούω όπως αγαπάω.
Από τη μια γλώσσα στην άλλη, το ρήμα παραμένει σημαίνον. »

ΣΑΒΒΑΤΟ 18 ΜΑÏΟΥ 2013, 19:00 – 20:00, HELEXPO,
 αίθουσα Τάκη ΔΟΞΑ, περίπτερο 15














Κείμενο Γ. Βαϊτσαρά 

Ecouter comme Aimer. D’une langue à l’autre le verbe reste signifiant.

Septembre 1974. A l’intérieur d’un atelier de l’école d’Architecture à Versailles, dans le cadre prestigieux des Grands Ecuries, face au château de « Toutes les Gloires de la France », un jeune étudiant grec s’applique péniblement pour être à la hauteur d’un cours d’arts plastiques, nommé Créativité.
L’ambiance est digne d’une bonne école d’Art, étudiants et enseignants s’activent énergiquement autour du sujet,  les uns produisant sur le dessin les artifices de leur imagination, les autres circulant entre les pupitres pour commenter allégrement le résultat couché sur le papier.
A présent, c’est le tour de notre jeune hellène d’exposer son œuvre au prof excité et inspiré. Celui-ci, après examen attentif du dessin, avec un regard profond et interrogatif, donne son avis sur la création de l’étudiant.
Il parle rapidement, fait de grands gestes théâtraux, tourne le tableau dans tous les sens, en s’expriment abondamment. Il utilise un langage, qui, aux oreilles du jeune, semble plus que mystérieux. Son visage fait des mimiques diverses qui, hélas, ne parviennent pas à donner à l’étudiant perplexe la moindre information qualitative sur le contenu des paroles torrentielles de l’enseignant.
A la fin de son petit discours plein de fougue, le prof, en regardant enfin le visage du jeune, perdu dans les dédales du doute, lui lance :
-D’accord ?
Bien entendu le pauvre grec répondit timidement par un faible « oui, Monsieur».
Et l’enseignant continua son tour, s’éloigna pour s’occuper de l’étudiant suivant.
Notre grec se tourne alors vers le camarade de classe assis à coté de lui, et lui demande inquiet :
-Alors, c’est bien ou ce n’est pas bien ?
Et le collègue français, visiblement ahuri par la logorrhée du prof, lui répond sur un ton amical et désemparé :
-C’est insignifiant !

La réponse de mon camarade de classe n’avait pas éclairci mon impasse ce jour-là. Mais ce mot, « insignifiant », est resté gravé dans mon esprit comme restent tous les mots entendus dans un moment particulier et intense de notre vie. Ce mot a finalement trouvé sa traduction deux heures plus tard, quand je l’ai cherché dans le précieux dictionnaire franco-grec, qui était ma bible à cette époque là. Le mot a trouvé sa traduction, oui, mais son sens j’ai mis longtemps à le saisir vraiment.

Depuis l’épisode avec le prof de Créativité à Versailles, beaucoup d’eau a coulé sous les ponts de la Seine. Le jeune étudiant grec de jadis a traversé de multiples péripéties significatives, avant de rencontrer la psychanalyse et de côtoyer de près les notions du signifiant et du signifié dans la théorie et la pratique psychanalytique.

Me voici donc, aujourd’hui, assis devant vous, aux cotés d’un autre camarade, turc cette fois, qui, lui aussi, a traversé de péripéties significatives entre les signifiants de ses deux langues, le turc et le français. Nous essayons de vous parler de l’aventure du bilinguisme, chacun de son coté, à travers nos expériences respectives, et surtout en rapport avec la grande aventure, celle de l’écriture. Mais en ce qui me concerne, je dois vous l’avouer que ma grande horreur serait de vous laisser, à la fin de cette brève présentation, avec la terrible exclamation « c’est insignifiant ! » Tel un trauma, cette hantise me harcèlera durant toute ma vie, je pense. Car, le désir de tout écrivain n’est-il pas que son écriture, son verbe, fasse « signe » au lecteur ?
Repensant aujourd’hui à l’événement préhistorique du cours d’arts plastiques et à la difficulté de cet enseignant de parler de façon claire et adaptée à ses élèves, me vient à l’esprit une parole d’un grand maitre de la peinture que j’ai lu quelque part. Dans cette courte phrase, Pablo Picasso, qui savait manier le crayon sur le papier, dit « il n’y a rien de plus difficile qu’une ligne ». Utilisant le double sens du signifiant « ligne », il exprime probablement sa hantise devant une insignifiante expression, qu’elle soit écrite, dite ou dessinée.

Le titre que nous nous sommes donné pour l’intervention d’aujourd’hui, « Ecouter comme aimer, d’une langue à l’autre le verbe reste signifiant », est inspiré d’un livre paru l’an dernier. Dans ce livre sont exposés de façon romanesque, six cas de psychanalyse. Le texte est écrit justement au croisement de deux réalités. La réalité réelle, physique, extérieure, et la réalité psychique. Voici donc un premier double. Suit un autre, celui de l’utilisation de deux langues, le bilinguisme du psychanalyste et parfois celle de l’analysant, c'est-à-dire de la personne qui parle sur son divan. Dans cet univers psychanalytique bilingue, le jeu entre le signifiant et le signifié double d’intensité et de sens.
Pour le psychanalyste bilingue, ce « jeu » touche à son comble dans le travail de l’interprétation des rêves de personnes parlant les deux langues. Par exemple, dans une de mes « histoires psychanalytiques ordinaires » le patient, Phrixos, un jeune journaliste franco-grec qui souffre de la phobie de l’avion raconte un rêve à son analyste :
Malgré son trouble psychique, il se trouve en voyage à Paris pour assister à une fête entre amis. Seulement, dans le rêve, il n’est pas dans la salle du bal, mais à l’extérieur, en train de fouiller dans les poubelles, dans lesquelles seraient jetés ses papiers d’identité. Il y voit un écriteau qui l’invite à voler, situation qui l’interroge vivement, étant donné qu’il n’avait point l’intention de voler mais de récupérer les documents qui lui appartenaient. La phrase était écrite en français et on y lisait : Vas y, vole mon garçon, ainsi tu deviendras un homme.
Le psychanalyste écoute, puis, à l’heure de l’écriture devant son ordinateur, il écrit une partie de son histoire:
(Page 51)
De fait, le rêve m’avait plu. J’en aurais volontiers proposé une belle interprétation, en jouant sur les doubles sens, qui deviennent triples avec la traduction en grec. Pourtant mon rôle est d’écouter, non de parler. Tout au plus d’ouvrir une piste, ce que je fis en ces termes:
         - Ce rêve ne vous dit rien? Il est pourtant riche de symboles, non ?
         - Vraiment ?
         -«  Voler »  n’a-t-il pas deux sens, en français?
         Il  se rajuste sur son siège : - Incroyable ! Oui...  je dérobe quelque chose et je vole... Et le verbe grec voler a au moins deux sens : je vole dans les airs et je jette à la poubelle. C'est vrai... et aussi je saute de joie!
         - Restons-en là pour aujourd'hui, dis-je en me levant.
         Les séances qui suivront n’auront plus rien de commun avec les précédentes. La psychanalyse de Phrixos s’est mise en route.
Yigit Bener, qui n’est pas psychanalyste mais qui sait porter une oreille attentive à la psyché et à ses mouvements inconscients, pousse le bouchon plus loin. Dans son ouvrage « Autres cauchemars » les deux réalités sont celle de l’animal et celle de l’être humain. Elles sont mélangées de façon fine et sensible au point que le lecteur s’identifie parfaitement à l’une ou l’autre espèce, confondant continuellement l’origine de la pensée, du mot, du verbe.
A la fin d’une de ses nouvelles, le narrateur, qui vient de nous raconter ses angoisses liées à la cauchemardesque présence dans son logement de petits insectes très dérangeants, il s’exclame « j’ai le cafard !». Bener nous introduit ici dans une autre réalité qui concerne le bilinguisme. En utilisant l’expression bien française qui signifie la mauvaise humeur et l’emprise des idées noires, donne à son texte toute la valeur du va et vient entre le signifiant et le signifié. Une valeur psychanalytique au fond.

Je ne vais pas « psychanalyser » l’œuvre de Benner comme dit notre ami commun Yorgos Giannopoulos. Je voulais simplement souligner la présence de la double réalité dans son écriture. Entre le monde animal et le monde humain. Entre sa langue maternelle et sa langue d’adoption. Réalité qui devient multiple d’ailleurs, avec la résonnance dans ses écrits de l’histoire sanglante de son pays. L’histoire de la Turquie.

Dans un autre livre que j’ai écrit il y a deux ans, le psychanalyste porte le nom de Nicéphore Phokas. Un nom lourd, qui a imposé sa place, à mon insu, dès le début de l’écriture. Un signifiant qui me renvoyait à la petite rue sombre et étroite du centre de Salonique, tout près de mon cabinet. Mais, après coup, en réfléchissant un peu sur son signifié, cherchant en fait une analyse de ce choix arbitraire, j’ai découvert (dissimilées sous l’évidence) des informations intéressantes liées au bilinguisme.
« Nicéphore » ! Par ce que les histoires que je voulais raconter étaient porteuses de victoire, de gaité et de bon dénouement. Et puis, Phokas, car, en effet, les cas racontées ne sont nullement réelles, ce ne sont que des faux cas ! Ainsi, le nom de l’empereur byzantin a justifié sa place dans les récits psychanalytiques ayant traversé auparavant la sphère du jeu entre les langues.

Ecouter comme aimer.
Je vous lirai un bref passage du livre qui illustre bien son titre. C’est pendant une séance de psychanalyse avec un jeune étudiant en psychologie. Allongé sur le divan, il dit :
(Page 221)
- Je me demande parfois, ce que vous faites derrière moi, pendant que je vous parle. Il m’est arrivé de vous imaginer en train de jouer. Connaissez-vous le jeu du pendu ? On trace la première lettre et la dernière d’un mot, et on attend que l’autre complète. Vous écrivez par exemple a et r et moi je complète...  aimer. Il rit. Si ce n’est pas ce que vous attendiez vous me pendez, ou bien vous essayez de m’aider… 
         -  Avec un autre verbe en -er?
         - Exactement. Ecouter, par exemple. Oui, vous, vous savez écouter ! J’espère pouvoir un jour écouter comme vous le faites. Je dirais même que j’aimerais écouter comme aimer, sans avarice, sans marchandages. Sans contrôle, au fond.  Mais, j’ai encore du chemin à faire, je crois, ajoute-t-il dans un soupir.
          La fin de la séance nous trouve perdus dans des dédales jouxtant écoute et amour. Je pense qu’il a voulu me faire comprendre qu’il aurait désiré entretenir avec moi une relation d’écoute et d’amour dégagée du contrôle qu’implique le cadre de l’analyse. Il est bon qu’il l’exprime ainsi. Il est bon aussi que pour ce qui me concerne, je puisse l’aimer comme je l’écoute, l’aimer pour l’écouter. Sans plus.

Aujourd’hui, aux deux verbes, écouter et aimer, nous devrions en ajouter un autre, écrire. Ainsi nous pouvons à présent nous amuser avec les diverses combinaisons entre les trois mots. Ecouter comme aimer pour écrire, ou bien écrire pour écouter, ou encore aimer écouter pour écrire, ainsi de suite. Car l’écriture comme la psychanalyse ne peut se faire sans aimer. Tout comme l’amour, pour le psychanalyste que je suis, écrire est un  besoin impérieux d’expression, comme un cri dans un univers désolé, comme l’instrument de la recherche de la joie dans un monde borné de tristesse.
 Mais Yigit Bener, dans ses « Cauchemars » parle si bien de ce besoin…
(Page 171)
 Je dois griffonner un appel au secours… je dois arrêter ce processus… contester… ne serait-ce que deux lignes sur un bout de papier froissé… un cri… même si c’est trop tard, je me dois au moins de laisser un doux écho en cette voute céleste, ne serait-ce que pour rendre la vie un peu plus supportable…un brin de beauté pour oublier la mort… une distraction, au moins, pour apaiser la douleur…
        Je vous remercie pour votre attention.


Δώρο 5:
Η σχέση με το Γαλλικό Ινστιτούτο έχει μέλλον.
Στις 26/01/15 θα μιλήσουν για το μυθιστόρημα ο Αποστόλης Βερβερίδης και η Καίτη Στεφανάκη.
Προετοιμάζοντας αυτή την εκδήλωση, έχω την ευκαιρία να γνωρίσω καλύτερα τους δυο πολύτιμους φίλους.
Η Καίτη Στεφανάκη δέχτηκε να δημοσιεύσω εδώ ένα διήγημά της.
Ας το απολαύσουμε μαζί:

Όζα ροζ
Πήγε και σήμερα κατά τις τρεις στην ίδια θέση με τον φραπέ και τα τσιγάρα του και κάθισε στα σκαλοπάτια που οδηγούσανε στη θάλασσα. Κατακαλόκαιρο. Τα απομεσήμερα η ζέστη αποχαύνωνε. Το δέντρο έριχνε ανάλαφρη σκιά. Η λεύκα σαν γυναίκα τού ‘δειχνε πότε την πράσινη, την κατευναστική πλευρά της, και πότε την ψυχρή και μακρινή. Ακουμπισμένος στον κορμό του δέντρου, πήρε τη στάση εκείνου που ρεμβάζει. Είχε γυρίσει από το ψάρεμα, καθαρισμένα ήταν και τα ψάρια που θα ‘ψηνε στα κάρβουνα το βράδυ με τα εγγόνια, τώρα ησύχαζαν. Και η γυναίκα του κοιμότανε τα μεσημέρια αρκετά. Ένοιωθε την κατάθλιψή της να βαραίνει σαν άδικη κατάρα πάνω του. Ο ίδιος ένοιωθε ακόμα θαλερός, μα το φιλοσοφούσε. Ιδίως όσο ήτανε στο κτήμα, εδώ στη θάλασσα. Γιατί όταν γυρίζανε στην πόλη η ζωή γινότανε φορτίο. Συχνά τελειώνοντας δυσκολευότανε να πάει σπίτι. Τον έπνιγε η παραίτησή της, τον κούφαινε η σιωπή. Ας είναι. Τώρα ήταν ακόμα καλοκαίρι.
Κοίταξε το παράθυρο. Ήταν και σήμερα ανοιχτό. Ωραία, λοιπόν, θα περίμενε. Τυχαία ένα άλλο μεσημέρι είχε καθίσει πάλι εκεί αναζητώντας τη δροσιά. Σηκώνοντας το βλέμμα προς τα πάνω, το είχε δει! Στο ανοιχτό παράθυρο του τελευταίου ορόφου φαινόταν ένα πόδι! Ακουμπισμένο ανέμελα στο πλαίσιο. Κάποιος αναπαυόταν. Προφίλ φαινόταν η πατούσα, τα δάχτυλα καλοσχηματισμένα και τα νύχια… βαμμένα ροζ! Μα τότε ο κάποιος ήταν κάποια! Δεν είχε έως τώρα φανταστεί πως μια γυναίκα θα ξεκουραζόταν έτσι. Για κείνον οι καλές γυναίκες είχαν τα πόδια τους κλειστά και φρόνιμα. Έμεινε να το βλέπει, έτσι αυθάδικο, προκλητικό. Δεν φανταζόταν πως από δω κι εμπρός απαρεγκλίτως κάθε μεσημέρι θα περίμενε. Να εμφανιστεί μια όζα ροζ! Μια ροζ απόλαυση.
Αυτά τα δάχτυλα τού στέλνανε μηνύματα, καθώς κινούνταν ρυθμικά, ωθούμενα από πηγή αθέατη, ωστόσο υπαρκτή. Ναι, ήταν σίγουρος, ήταν μια σύσπαση που ερχόταν απ’ τη ρίζα, από βαθιά, αντισταθμίζοντας μιαν άλλη δυνατότερη, για να ενωθεί μαζί της, όπως εναρμονίζεται ο αρσενικός παλμός με άλλον θηλυκό. Κάθε ταλάντωση εκείνου του ποδιού έκανε τους γοφούς του να τεντώνονται επίσης προς τα εμπρός. Μα δεν μπορεί, δεν ήταν δυνατόν. Σε κείνο το δωμάτιο δεν είχε άντρα. Έμεναν δυο γυναίκες. Η μια, εντάξει, ντυνότανε ουδέτερα, η άλλη όμως ήτανε μια νταρντάνα θηλυκιά. Την έβλεπε να βγαίνει απ’ το νερό με ένα λίκνισμα που του ‘φερνε ζαλάδα. Τι δάχτυλα, τι νύχια! Και όζα ροζ! Δεν τα ‘χε κατακόκκινα σαν τόσες άλλες! Αυτά είχαν χαρακτήρα, εξέπεμπαν συγκρατημένο πάθος, άκρατη θηλυκότητα υπό έλεγχο, αξιοπρέπεια με φλόγα! Εκείνες τις στιγμές τα μάτια του εκτόξευαν πυρακτωμένα βέλη. Φορούσε ευτυχώς γυαλιά ηλίου! Και τα λαγόνια του αναφλέγονταν! Ήθελε να φωνάξει, να της πει: Έλα να σού δείξω εγώ, τι θα πει…!» Να την αρπάξει από τη μέση, να την κολλήσει πάνω του, να κάνει την κίνηση την προπατορική.
Έβαζε την εφημερίδα στην κοιλιά του να μην προδίδεται και μισόκλεινε τα μάτια, δήθεν τον έπαιρνε λίγο ο ύπνος. Την έβλεπε να πλησιάζει τη φιλενάδα της· αυτή να τη σκουπίζει όλο φροντίδα, να απλώνει αντηλιακό με αργές κινήσεις κι ανατρίχιαζε. Έστηνε αυτί ν’ ακούσει τις κουβέντες τους, να μάθει πως αποκαλούσε η μια την άλλη. Τίποτα, καμιά απόδειξη ενοχοποιητική.
Τέλος του μήνα έφυγαν. Το παράθυρο έμεινε κλειστό. Μα κι ανοιχτό να ήταν, το σπουδαιότερο θα έλειπε.

Με το φθινόπωρο επέστρεψαν στην πόλη. Ξανάρχισε την ίδια διαδρομή: σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι. Κάθε φορά πιο δύσκολα. Κάθε φορά πιο δυνατή η επιθυμία να μην ξαναγυρίσει. Ευχότανε ο δρόμος να διπλώσει, να μην μπορεί να τον διαβεί. Φαντάζονταν πως γύριζε στο σπίτι κι εκείνο, λέει, δεν υπήρχε πια στη γνώριμή του θέση. Κι όμως το έβρισκε κάθε φορά εκεί. Με το έμψυχο και άψυχο περιεχόμενό του. Μικρή η διαφορά εξάλλου ανάμεσά τους.
Κείνο το μεσημέρι έκλεισε το μαγαζί κανονικά κι άρχισε να βαδίζει προς το σπίτι. Στη δεύτερη γωνία όμως πήρε άλλο δρόμο. Ήταν η πόλη που είχε γεννηθεί, που είχε μεγαλώσει, η πόλη όπου γερνούσε. Μα τώρα κοίταζε γύρω του σαν ξένος. Και απορούσε. Ώσπου συνάντησε τυχαία μια βιτρίνα. Στάθηκε να κοιτάζει τα αντικείμενα, τα μπλε, τα κόκκινα, τα ροζ, που λες και τον καλούσαν, τον μαγνήτιζαν. Χάθηκε στην ονειροπόληση. Τα πόδια του άρχισαν να ριζώνουν. Με το ένα χέρι ακούμπησε στον τοίχο, το ένιωσε να προεκτείνεται και να συσσωματώνεται με τον σουβά και το εσωτερικό τοιχίο. Η λογική πάσχιζε να τον ξεκολλήσει από ‘κει, να τον γυρίσει σπίτι, έπρεπε να περάσει κι από τον φούρνο. Μάταια. Το σώμα διαπέρασε το άθραυστο γυαλί και πήρε θέση ανάμεσα στ’ αρώματα, τις όζες, τις σκιές ματιών, αγκάλιασε τις κρέμες για το πρόσωπο και κούρνιασε σε μια αγκαλιά από γαλακτώματα για κυτταρίτιδα. Επεκτάθηκε, έγινε ένα με το υπέδαφος, το περιέχον κέλυφος και το ευωδιαστό περιεχόμενο.

Ξύπνησε την άλλη μέρα από τον ήλιο που έπεφτε βάναυσα στα μάτια του.
Ήταν αργά, δεν θα πήγαινε σήμερα να ανοίξει; Δεν της απάντησε. Ούτε στην πρώτη ερώτηση μα ούτε και στις άλλες. Δεν ήξερε, τι να απαντήσει. Και να ‘ξερε, δεν ήθελε.
Σιωπή και απόσυρση. Και μόνο κάπου-κάπου χρώματα, σχήματα, άλλοτε άμορφα, άλλοτε να θυμίζουν πόδια, γάμπες που καταλήγανε σε σμιλεμένα άκρα με τριανταφυλλένιες απολήξεις. Εικόνες τον τυραννούσαν στα σκοτάδια. Μηροί βελούδινοι και τορνευτοί συμπλέκονταν, στήθη εφάπτονταν, σώματα ωθούσαν και ωθούνταν. Τον καταβύθιζαν στο παρελθόν. Τον διέσωζαν στο μέλλον. Ο χρόνος έχανε υπόσταση, ο χώρος διαστάσεις. Από κοντά η γυναίκα επιμελώς συνέλεγε τα απολεσθέντα, τα οικειοποιούνταν και τολμούσε με αυτά να διαλύει τις σκιές της. Εφεύρισκε ξανά την ύπαρξή της.
Βαθούλωσε το στρώμα δίπλα του. Οι τρίχες των ποδιών του ανασηκώθηκαν από ένα πόδι που έψαχνε δρόμο ανάμεσά τους. Τα πάντα σιωπούσαν, αφουγκράζονταν το ανατρίχιασμα. Το πόδι εισχώρησε πιο μέσα. Το σώμα αφυπνισμένο αφέθηκε στην επαφή. Χέρια ζητούσανε μερίδιο. Το κάθε κύτταρο παλινδρομούσε ανάμεσα σε κοίλο και κυρτό. Γέμισε το δωμάτιο εικόνες, το σώμα αισθήσεις, μια κάψα εξόρκιζε τον λήθαργο, ώσπου πλημμύρισαν τα πάντα, λυτρωτικά και κατακλυσμιαία. Παλίρροια σαν φυσικό φαινόμενο κυττάρων, λησμονημένων μεταξύ τους, μα συγγενών στη σύστασή τους. Η έρημος γινόταν παρελθόν.
Στην αγκαλιά του αφέθηκε αποκαμωμένη μια γνώριμη μορφή.
Οι τριανταφυλλένιες απολήξεις της τον τράνταξαν. Τι είναι αυτά; ρώτησε άγαρμπα.
Στην τσέπη σου ήταν. Μια όζα ροζ. Σκέφτηκα πως την έφερες για μένα… Ε, να, δηλαδή για μας. Για τον καινούριο χρόνο.

Καίτη Στεφανάκη

Η "Οζα ροζ" έχει δημοσιευτεί πρώτη φορά [χωρίς την τελευταία "γιορτινή" πρόταση] στο περιοδικό "Θεσσαλονικέων Πόλις", τεύχος 25 [48], 2014, σελ.25.



Εύχομαι λοιπόν σε όλους έναν
ευτυχισμένο καινούργιο χρόνο!

  BONNE ANNEE!
Γ. Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου