Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2019

Το δαχτυλίδι της κυρίας Αλίξ


01/11/2019
Τρύφων Ζαχαριάδης
Το δαχτυλίδι της κυρίας Αλίξ…

Καλησπέρα σας.
Υπήρξαν εποχές που ζούσαμε χωρίς ίντερνετ, χωρίς υπολογιστές, χωρίς κινητά τηλέφωνα. Πριν μπει ο 21οςαιώνας. Τότε όσοι τύχαινε να είναι μακριά επικοινωνούσαν με ταχυδρομικές επιστολές, ή με πανάκριβες τηλεφωνικές κλήσεις με δύσκολο σήμα και με αμφίβολη ποιότητα ήχου. Οι κοντινοί, χτυπούσαν απλά το κουδούνι της πόρτας κι έμπαιναν. Υπήρξαν εποχές που ό, τι πολύτιμο είχε η οικογένεια, φυλασσόταν δίπλα στα στέφανα του γάμου στο εικονοστάσι. Εποχές που οι γιαγιάδες διηγούνταν τις ιστορίες του παρελθόντος στα εγγόνια, πλάθοντας πασχαλινά κουλουράκια στο τραπέζι της κουζίνας, ή ταΐζοντας τα εγγόνια με κεφτεδάκια. Και μιλούσαν!
Διηγούνταν ιστορίες για τον πόλεμο, την κατοχή, τον τρόμο, δύσκολα θέματα. Ήταν όμως διηγήσεις επενδυμένες με γλύκα, (έτσι κι αλλιώς ο χρόνος γλυκαίνει τις αναμνήσεις), εκμυστηρεύσεις για τα μικρά μυστικά της οικογένειας, για τις μικρές ιστορίες του σπιτιού, που τοποθετούνται όμως μέσα στην μεγάλη Ιστορία του κόσμου. Τα μικρά οικογενειακά γεγονότα βρίσκουν τη θέση τους ανάμεσα στα μεγάλα γεγονότα της κοινωνίας.



Σε τέτοιες εποχές μας μεταφέρει ο Τρύφων Ζαχαριάδης με την αρχή του βιβλίου του. 
Θυμάται ο Αντρέας τις διηγήσεις της γιαγιάς, των γονιών του, θυμάται και μας τα διηγείται με τη σειρά του. 
Η διήγηση τοποθετείται στα 199τόσο… Τόσο πρόσφατα, τόσο παλιά…

Προσπάθησα να φανταστώ την πλοκή του μυθιστορήματος στη σημερινή εποχή, είκοσι και βάλε χρόνια μετά.
Αν η Κίρκη ( του μυθιστορήματος, όχι η παρούσα κυρία Κεφαλέα) είχε κινητό τηλέφωνο, αν η διεύθυνση του Αντρέα βρισκόταν στο google maps, κι εκείνος είχε 4g, αν δεν χρειαζόταν να ταχυδρομήσει η Χαρίκλεια το γράμμα του Αντρέα παρά έστελνε ο ίδιος ένα sms στην αγαπημένη του, αν επίσης σε κάθε οικοδομή υπήρχε κι ένας ψυχοθεραπευτής διαθέσιμος να ακούει τα αδιέξοδα των ανθρώπων… 

Σε μια τέτοια υπόθεση, όλα ανατρέπονται, το μυθιστόρημα του Ζαχαριάδη θα έμενε  μετέωρο, ίσως και ατελείωτο, πάντως σίγουρα η ιστορία θα εξελισσόταν διαφορετικά. 
Θα μου πείτε είναι στη μόδα να μένουν ατελείωτα τα κείμενα και να χρησιμοποιούνται άλλα παρόμοια λογοτεχνικά τεχνάσματα, να αφήνεται στον αναγνώστη να φανταστεί ελεύθερα τη συνέχεια και το τέλος. 
Άλλωστε,  όπως φοβάμαι πως θα συμβεί σύντομα, το βιβλίο θα μπορούσε να ήταν e-book για τάμπλετ, κι εμείς δεν θα είχαμε τώρα μπροστά μας την χειροπιαστή ωραία έκδοση του Αρμού για να τη συζητήσουμε… 
Θα ανταλλάσσαμε ίσως μερικοί κάποια e-mails μεταξύ μας, θα γράφαμε σε γκρίκλις ολιγόλογα σχόλια και θα χάναμε τη μαγεία της ζωντανής παρουσίασης εδώ, στο ναό των έντυπων βιβλίων.
Εμένα δεν μου αρέσουν τα μοντέρνα κόλπα στη λογοτεχνία, όπου προβάλεις ό,τι θες και φαντάζεσαι ελεύθερα το τέλος. 
Γι’ αυτό μου άρεσε το βιβλίο του Τρύφωνα. Διότι έχει αρχή (με ίντριγκα που εξάπτει την φαντασία), πλούσια πλοκή (με ανατροπές), και ένα τέλος που εκπλήσσει και ικανοποιεί την αγωνία του αναγνώστη για την έκβαση της ιστορίας. 
Και επίσης η εποχή που διαδραματίζεται είναι νοσταλγική και αγαπημένη.

Βέβαια, οι αναμνήσεις των ηρώων πηγαίνουν πολύ πιο πίσω στο χρόνο, διασχίζουν ολόκληρο τον τελευταίο αιώνα. Και είναι, όπως είναι πάντα οι αναμνήσεις, πολύτιμες και υπερεκτιμημένες. Σαν τα πολύτιμα δαχτυλίδια, «αμυθήτου αξίας» που έλεγε και η γιαγιά του Αντρέα.

Αν και η ιστορία του δαχτυλιδιού «αμυθήτου αξίας» που περιγράφει ο Τρύφωνας είναι ενδιαφέρουσα, διεγερτική και καλογραμμένη,  δεν θα μιλήσω για αυτή. Σας αφήνω να έχετε την ευχαρίστηση να την ανακαλύψετε με την ανάγνωση. 
Η δική μου ερμηνεία είναι πως το δαχτυλίδι είναι το «μεταβατικό αντικείμενο» που λέμε στην ψυχολογία. Είναι ένα εύρημα του συγγραφέα για να πλέξει την ιστορία του χρησιμοποιώντας το μεταβατικό αντικείμενο, εδώ ένα κόσμημα. Και πέρα από τη αμύθητη οικονομική αξία, ξέρουμε την μεγάλη συμβολική αξία των κοσμημάτων. Των οικογενειακών κοσμημάτων. Κι επί πλέον δαχτυλίδι! Εξαίρετο σύμβολο δεσμού, σχέσης, δέσμευσης, υπόσχεσης!

Όταν χρησιμοποιούμε στην ψυχολογία την φράση «μεταβατικό αντικείμενο», εννοούμε τον όρο που εισήγαγε ο ψυχαναλυτής Ντόναλτ Γουίννικοτ για να προσδιορίσει ένα υλικό αντικείμενο ιδιαίτερης αξίας για το βρέφος ή το μικρό παιδί, (ένα παιχνίδι ή μια κούκλα), που χρησιμοποιείται κυρίως σε στιγμές που νιώθει φόβο ή εγκατάλειψη από την μητέρα του (π.χ.  όταν το βρέφος πάει για ύπνο ή όταν πρέπει για λίγο να μείνει μόνο χωρίς την παρουσία της μητέρας). Αυτή η εμπειρία με το αντικείμενο βοηθάει το βρέφος να δημιουργήσει μια εσωτερική κατάσταση, στην οποία η σχέση με τον Άλλον (εν προκειμένω με την μητέρα) συνεχίζει να υπάρχει ακόμα και αν ο Άλλος δεν είναι παρών.

Όλα τα παραπάνω ισχύουν στην περίπτωση του δαχτυλιδιού της κυρίας Αλίξ. Ακόμη κι όταν το δαχτυλίδι αλλάζει χέρια παραμένει ένα υλικό αντικείμενο εναντίον του φόβου της εγκατάλειψης, και βοηθάει στην δημιουργία εσωτερικής κατάστασης όπου η σχέση με τον άλλον συνεχίζει να υπάρχει ακόμα κι αν ο άλλος δεν είναι παρών.
Θα τα βρείτε όλα αυτά στο μυθιστόρημα.
Ο ευρηματικός Ζαχαριάδης που συνδυάζει την ψυχολογία με την λογοτεχνία πετυχαίνει το εξής: Ο αναγνώστης μπαίνει στο παιχνίδι, υιοθετεί το μεταβατικό αντικείμενο, ενδιαφέρεται για την προέλευσή του, ανησυχεί για την τύχη του, παρακολουθεί με αγωνία την πορεία του δαχτυλιδιού.  Είναι το μέσον για να κρατηθεί αμείωτο το ενδιαφέρον ως το τέλος του βιβλίου. Είναι το νήμα που θα συνδέσει τον αναγνώστη με το βιβλίο, και δεν θα το εγκαταλείψει αν δεν φτάσει στη λέξη «τέλος».
Δεν θα μιλήσω λοιπόν για την ιστορία του δαχτυλιδιού που αλλάζει δάχτυλα και χέρια, και διατρέχει έτσι το αφήγημα του Ζαχαριάδη. 

Θα εστιάσω στις σχέσεις που υποστηρίζει και αναδεικνύει η ύπαρξη τού δαχτυλιδιού, πότε ως δώρο ευγνωμοσύνης, πότε ως κλοπιμαίο, κυρίως ως κρυφό και πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο, ως ελπίδα.
Επίσης σε συναισθήματα που ανίχνευσα ανάμεσα στους ήρωες του μυθιστορήματος. Σε οικογενειακά μυστικά, ιστορίες ανεξιχνίαστες, όπου το δαχτυλίδι κρατάει τον ρόλο της σύνδεσης των προσώπων και των γεγονότων.
Ξέρει ο Ζαχαριάδης από συναισθήματα, και ξέρει να τα περιγράφει, με λόγια και μερικές φορές με εικόνες σαν δαντέλες φτιαγμένες με λέξεις.

Ξεκινάει παρουσιάζοντας τον συμπαθή κεντρικό ήρωα, τον Αντρέα, που, βουτηγμένος σε καταθλιπτική διάθεση, ζει στο ημιυπόγειο της ζωής του, πονεμένος, απογοητευμένος, άρρωστος.
Μονολογεί: 
Τα σκατά της ζωής σμίξανε με την κατάντια μου. Λέω, λέω, αλλά θέλω να τα βγάλω έξω. Με παιδεύουνε. 

Ε ναι! Έλεγα πιο πριν πως αν, όπως σήμερα, υπήρχε ψυχοθεραπευτής σε κάθε πολυκατοικία  θα έβρισκε ίσως χώρο ο Αντρέας να βγάλει έξω τα σκατά της ζωής και την κατάντια του. Όμως ο Τρύφων Ζαχαριάδης  απέφυγε αριστοτεχνικά να κάνει έστω και μία νύξη για οτιδήποτε αφορά την άλλη την του ιδιότητα, του ψυχοθεραπευτή.
Για να στήσει την διήγηση της ιστορίας του, προτίμησε να αφήσει τον Αντρέα να λέει, να λέει, να λέει όσα τον παιδεύουν, σε μονόλογο, σαν σε ψυχοθεραπευτική συνεδρία, θα έλεγα εγώ. Έξυπνο τέχνασμα του Ζαχαριάδη για να κρυφτεί ο ψυχοθεραπευτής πίσω από τον μυθοπλάστη συγγραφέα! 

Κι ο αναγνώστης περιδιαβαίνει στις αναμνήσεις και τα παράπονα του Αντρέα. Θυμάται και ζει στο σώμα του τις αναμνήσεις! 
Τον έγδαρε μέσα του η ανάμνηση… γράφει ο συγγραφέας δίνοντας εικόνα της σύνδεσης σώματος και ψυχής. Άλλωστε δίχως να το πει ευθέως, παραπέμπει στην ψυχοσωματική εξήγηση των προβλημάτων υγείας του Αντρέα, καθώς και την ψυχοσωματική εξάλειψή τους, αφήνοντας να εννοηθεί πως και ο ίδιος ο ήρωας ψυχανεμίζεται μια τέτοια ερμηνεία. 
Γράφει:
Του ήρθαν στο σώμα και στην σκέψη όσα πέρασε με την Κίρκη.

Ο Αντρέας υποφέρει από χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια. Μέσα στον μονόλογό του, λέει:
Τώρα και μόνο που τα ανακατεύω, σφίγγουν όσα νιώθω και δεν μπορώ να ανασάνω.

Από μικρός υποφέρει με τις απώλειες, νιώθει πιο ευαίσθητος από τους άλλους ανθρώπους μπροστά σε αποχωρισμούς, θεωρεί πως αυτή του η ιδιαιτερότητα ευθύνεται για τα τωρινά του προβλήματα:
Πήρα τα υλικά της εγκατάλειψης κι έχτισα ολόκληρο μπουντρούμι για να φυλακιστώ μέσα.

Όσο όμως καταθλιπτική κι αν είναι η κατάσταση του Αντρέα, είναι δοσμένη από τον συγγραφέα με κάποιες διασκεδαστικές λεπτομέρειες. Όπως η περιγραφή της τρύπας όπου μένει, χωμένη στα θεμέλια μιας πολυκατοικίας, με το βλέμμα του να πλαγιάζει στα απλωμένα μικροσκοπικά κιλοτάκια της φοιτήτριας από τον πρώτο. Ή πάλι οι μυρωδιές φαγητών και τα άλλα ερεθιστικά μηνύματα του φωταγωγού:

Μικρές κραυγές τον επανέφεραν στα συμβάντα του φωταγωγού. Κράτησε την ανάσα του. Ο ενοχλητικός θόρυβος από την μπουκάλα οξυγόνου, με ένα μόνιμο ζζζ συνέχιζε να θυμίζει ότι μπορεί να αναπνέει. 
-Με πεθαίνεις, άκουσε μια αντιπαθητική αντρική φωνή. 
-Συνέχισε, συνέχισε, επανέλαβε  επιτακτικά η φωνή της γυναίκας. 
Πίεσε με τα χέρια του την πιτζάμα κάτω από την κοιλιά του..

Επίσης μια άλλη διασκεδαστική στιγμή είναι η περιγραφή του αστείου περιστατικού ενός τηλεφωνήματος: 
Μετά τον χωρισμό από την αγαπημένη του, το τηλέφωνο χτυπάει, δεν ακούει κανέναν, ο Αντρέας νομίζει πως είναι εκείνη που τον παράτησε, της λέει τρυφερότητες και λόγια αγάπης ώσπου ήρθε η προσγείωση: μαθαίνει αργότερα πως τηλεφωνούσε η κουφή, η θεόκουφη θεία Ιωάννα.

Μέσα από τον μονόλογο με τις αναμνήσεις του Αντρέα, διαγράφονται οι περίπλοκες σχέσεις των ατόμων μέσα στην οικογένεια. Λεπτές αποχρώσεις των συναισθημάτων που εκφράζονται με λόγια, αλήθειες ή ψέματα, αποκαλύψεις για υποτιθέμενες συζυγικές απιστίες και απάτες «δεν βάζω το χέρι μου στο ευαγγέλιο», λέει η μάνα. Σχέσεις βαθιές και σύνθετες, καμιά φορά με αμφιθυμίες και υπερβολές. Σχέσεις της γιαγιάς με τον παππού, της νύφης με την πεθερά, του πατέρα με τη μάνα του κλπ.
Όλοι οι συνδυασμοί δοσμένοι αβίαστα και διασκεδαστικά με το γνωστό αριστοτεχνικό ύφος του λόγου του Τρύφωνα Ζαχαριάδη.
Και το δαχτυλίδι, που περνάει από γενιά σε γενιά, μας θυμίζει πως πέρα από κοσμήματα κληρονομούμε και πολλά άυλα πράγματα. Που εκείνα δεν είναι  απαραίτητα θετικής αξίας, συμφέροντα και ζωοφόρα, αναπόφευκτες κληρονομιές που γεννιούνται μέσα στις οικογενειακές σχέσεις.

Άλλα πρόσωπα τού έργου, οι αντίζηλες ερωμένες, η Χαρίκλεια και η Κίρκη.  Η Χαρίκλεια, αν και φοράει βέρα γάμου, ονειρεύεται ένα δαχτυλίδι ερωτικής υπόσχεσης από τον Ανδρέα. Ίσως όχι το συγκεκριμένο  δαχτυλίδι αμυθήτου αξίας της κυρίας Αλίξ. 
Ίσως ένα άλλο δαχτυλίδι, δίχως υλική αξία, αλλά πραγματικής ψυχικής δέσμευσης. Είναι ένας έρωτας που έχει τις ρίζες του στα τρυφερά χρόνια, είναι όμως έρωτας μονόπλευρος, δίχως μέλλον, ένα δόσιμο δίχως πραγματική ανταπόκριση.  
Να σημειώσουμε εδώ μια σημαντική λεπτομέρεια, η Χαρίκλεια είναι εξαδέλφη του Αντρέα. Παιδικές και εφηβικές εμπειρίες, στη σκιά της οικογενειακής ανεπάρκειας, θα λέγαμε αν θέλουμε να είμαστε αυστηροί, εμπειρίες από εκείνες που σημαδεύουν ανεξίτηλα την ανθρώπινη ψυχή. Που από ηδονικές καταστάσεις μετατρέπονται σε ψυχικό τραύμα με δύσκολη έως αδύνατη επούλωση.
Από την άλλη πλευρά, το έρμο το δαχτυλίδι θα γίνει εργαλείο έκφρασης αρνητισμού, αντικείμενο για εκδίκηση από την Κίρκη. Συγχρόνως όμως θα γίνει ίσως το «υλικό αντικείμενο» που αντικαθιστά την παρουσία του άλλου, του Αντρέα,  έστω κι αν εκείνος είναι απών. Χρήση «μεταβατικού αντικειμένου» που λέγαμε νωρίτερα.

Ανάμεσα στις γραμμές του μυθιστορήματος αναγνωρίζουμε ένα αρνητικό συναίσθημα, θανατηφόρο θα λέγαμε στην ψυχανάλυση, την ζήλεια. Η Χαρίκλεια ζηλεύει την Κίρκη, η Κίρκη ζηλεύει τον Αντρέα.
Τι είναι αυτό το περίεργο συναίσθημα, η ζήλεια; Είναι κατά βάση μια διπλή αίσθηση, φόβου και θυμού. Αυτά τα δυο συνθέτουν τη ζήλεια. Ο φόβος της απώλειας, της έλλειψης. Πρόκειται στην ουσία για έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό, ή μάλλον στη ζωή. Και ο θυμός έρχεται να απαντήσει στον φόβο μπροστά στην ανασφάλεια.
Η ζήλεια παίρνει συχνά την μορφή του φθόνου. Να θέλω αυτό που έχει ο άλλος. Η Χαρίκλεια φθονεί την Κίρκη διότι νιώθει πως εκείνη έχει κατακτήσει την καρδιά του Αντρέα.
Η Κίρκη ζήλεψε τον Αντρέα διότι υποψιάστηκε πως την απατούσε. Και μέσα στην ανασφάλειά της τον εγκαταλείπει. Το δαχτυλίδι θα παίξει κι εδώ τον ρόλο του. Θα χρησιμοποιηθεί σαν μεταβατικό αντικείμενο, θα βρείτε τις περιγραφές στο βιβλίο. 

Όμως η δύναμη της αγάπης έρχεται να δράσει θεραπευτικά. Η ζήλεια θα υποκύψει, θα απελευθερώσει  την ψυχή. Το κλειδί για την απελευθέρωση από τη ζήλεια είναι η παραίτηση από την απόλυτη εξάρτηση. Το καταστρεπτικό συναίσθημα της ζήλειας θα απενεργοποιηθεί όταν μπουν τα πράγματα στην ψυχική ζυγαριά και φανεί η αξία των συναισθημάτων που γέρνουν προς την πλευρά της ζωής. 

Και σε τούτο το δεύτερο μυθιστόρημά του, ο Ζαχαριάδης έχει τον δικό του γλαφυρό τρόπο να μιλάει με ιστορίες για βασικές ψυχαναλυτικές έννοιες. 
Όπως για το οιδιπόδειο σύμπλεγμα που, δίχως να το κατονομάζει,  δείχνει πώς αυτό παίζει κεντρικό ρόλο στον φθόνο:
Γράφει η Κίρκη στον Αντρέα: 
Έκανα ό,τι μπορούσα για να γίνω το σαράκι της ζωής σου. Ένιωθα να θέλω να σε καταστρέψω. Βίωνα μία ατέλειωτη μανία  καταστροφική. Μετά από καιρό, κατάλαβα ότι το μίσος και ο θυμός μου σε άλλον απευθύνονταν.
Εννοούσε την πατέρα της. 
Πιο κάτω:
Χάρηκα που υπέφερες.  Μου είχε βγει οργή και ζήλεια, που δυστυχώς, τότε, δεν κατάφερα να μαζέψω. Ήθελα οπωσδήποτε να διαλυθείς μέσα σου, όπως διαλύθηκα κι εγώ.  Εκείνη την περίοδο ήσουν ίδιος ο πατέρας μου! 

Η οργή και η ζήλεια, τα θανατηφόρα συναισθήματα, εξαϋλώνονται, όταν η ενόρμηση ζωής, ή αλλιώς η ερωτική ενόρμηση, θα υπερισχύσει, θα έχει το πάνω χέρι απέναντι στην ενόρμηση θανάτου, όπως θα έλεγε ο Φρόιντ.  Στην προκειμένη περίπτωση ο συγγραφέας συγχρονίζει την απελευθέρωση με έναν θάνατο. Έξοχο!
Όταν καταφέρουμε να κάνουμε λόγια την αγάπη και την αφοσίωση  στο αγαπημένο πρόσωπο, ακόμα και με μια επιστολή όπως έκανε η Κίρκη, και όταν μπορέσουμε να πούμε στο αντικείμενο του έρωτα μας τον πόνο της ζήλειας και την επιζήμια παρουσία της, τότε υπάρχει ελπίδα απελευθέρωσης.

Κίρκη:
Βίωσα εκείνη τη μέρα που με πληροφόρησαν για το τέλος του, κάτι ανάμεσα σε πίκρα και οδύνη. Σιγά-σιγά ξεκίνησα τόσες συνομιλίες μαζί του και του έβγαλα όλα τα παράπονα και την αγάπη μου! Με μαγικό τρόπο τα βρήκαμε μέσα μου. Το περίεργο ήταν ότι με το δικό του θάνατο και τις «τακτοποιήσεις» μου άρχισα να σκέφτομαι έντονα εσένα. Φωτίστηκαν  λεπτομέρειες και γεγονότα από την δική μας σχέση.

Ως ψυχολόγος που είμαι δεν μπορώ να μην σκεφτώ πως πίσω από τις λέξεις αυτές κρύβεται η πεμπτουσία της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας. Αν για την Κίρκη του μυθιστορήματος αυτή η στροφή έγινε με «μαγικό τρόπο» όπως γράφει, στην πραγματική ζωή θαύματα αυτού του τύπου είναι το ζητούμενο σε κάθε ψυχοθεραπευτική προσπάθεια.

Είπαμε όμως πως ο Ζαχαριάδης αποσιωπά τις ψυχοθεραπευτικές θεωρίες στο βιβλίο του. Προτιμάει να μας μιλάει για …δαχτυλίδια. Ανεπαίσθητα όμως η αμύθητη αξία του δαχτυλιδιού θα μετατοπιστεί στην αμύθητη αξία των πραγματικών συναισθημάτων, θα οδηγήσει στην περιπλάνηση μέσα στους δαιδάλους των σχέσεων, ως την διαλεύκανση του μύθου, ως την κάθαρση. 
Και τότε ο στόχος του δαχτυλιδιού της κυρίας Αλίξ θα έχει επιτευχθεί. Το δαχτυλίδι θα έχει αναδείξει την πολυπλοκότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, θα έχει μιλήσει για τα πάθη που ταλανίζουν κρυφά ή φανερά άτομα και οικογένειες, μπορεί πια στο τέλος του βιβλίου να πάρει δευτερεύοντα ρόλο, θα φτάσει μέχρι και να μεταλλαχθεί σε αντίγραφο μηδαμινής αξίας, ώσπου τελικά να αποσυρθεί από την κεντρική σκηνή.

Η διαδρομή του δαχτυλιδιού περνάει από πολλές ευφάνταστες περιπέτειες και θα λέγαμε πως πρόκειται για κείμενο με «αστυνομική πλοκή» και συναντήσεις με πολλά πρόσωπα. Σε κάθε σταθμό, σε κάθε νέο πρόσωπο, έχουμε εμβάθυνση στην προσωπικότητα, στην προσωπική ιστορία του καθένα, στις σχέσεις του, στα ψυχικά αδιέξοδα.   Και πάντα οικογενειακά μυστικά και εκπλήξεις: 
Της Ιταλίδας φίλης Νερίνα, του φροντιστικού και βοηθητικού Μάσσιμο (του εραστή με την απέραντη κατανόηση), της Στεφανία, τής ομοφυλόφιλης Φραντσέσκα, τού ταπεινωμένου, καταθλιπτικού ποιητή Δώρου (με το συμβολικό όνομα), όλοι συνοδοιπόροι και συνένοχοι στον περίπλοκο δρόμο του δαχτυλιδιού και της ζωής.

Αξίζει να σταθούμε ένα λεπτό στο δώρο του Δώρου. Ο ψυχοθεραπευτής-συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία  να μας προσκαλέσει να σκεφτούμε πάνω στο τεράστιο θέμα της κατάθλιψης και όσων κρύβονται πίσω της. Σε μία από τις περιπέτειες του δαχτυλιδιού συναντάμε τον αυτοκαταστροφικό Δώρο, που  συνδέει το σημερινό του αδιέξοδο με τις ματαιώσεις που έζησε στο οικογενειακό του περιβάλλον.
Διαβάζουμε: 
Οι ταπεινώσεις και οι απορρίψεις στη ζωή του ήταν σίγουρα περισσότερες από τις ελάχιστες ικανοποιητικές στιγμές. Η μάνα του, λίγο μετά τη γέννηση του, επειδή χώρισε με τον πατέρα του, τον άφησε στη γιαγιά να τον μεγαλώσει. Η γιαγιά έβριζε γιατί της τον φορτώσανε.

Αν και, όπως είπαμε, συναντάμε τον Δώρο σε μία από τις περιπέτειες του δαχτυλιδιού εκείνος δεν θα μάθει ποτέ τίποτα για την ύπαρξη του. Πίσω από τις γραμμές ο συγγραφέας αφήνει να εννοηθεί την τεράστια έλλειψη συναισθηματικής υποστήριξης του καταθλιπτικού ανθρώπου, υπονοείται η σαθρότητα των «ναρκισσιστικών θεμελίων» που θα λέγαμε με ψυχαναλυτικούς όρους.
Το έλλειμα σύνδεσης με τους άλλους, το κενό που αφήνει το αίσθημα της εγκατάλειψης, της απόρριψης, στάθηκε εμπόδιο στην ρωμαλέα ψυχική δόμηση. Το κενό της ψυχικής ασυνέχειας με τις προηγούμενες γενιές μένει για πάντα ανοιχτό τραύμα, αγιάτρευτο.

Σκέψη του Δώρου:
Με κάτι τέτοια, λες «άντε και γαμήσου στη ζωή» και τελείωσε η ιστορία.

Η ιστορία με τον κεντρικό ήρωα, τον Αντρέα, θα συνεχιστεί. Διότι στη δική του περίπτωση η κατάθλιψη έχει άλλα ερείσματα και άλλη εξέλιξη, ευτυχώς για κείνον. 
Το δαχτυλίδι θα παρακάμψει το δυσάρεστο περιστατικό του Δώρου και θα έχουμε κι άλλες περιπέτειες κι άλλες ψυχολογικές περιγραφές, σας αφήνω να τις απολαύσετε διαβάζοντας.

Πριν κλείσω, μια μικρή συμβουλή για την ανάγνωση του βιβλίου: Αφεθείτε στην παραπλάνηση της διήγησης, απωθείστε μικρά τυχαία περιστατικά, όπως συναντήσεις δήθεν αθώες σε ένα πεζοδρόμιο ή σ’ ένα αδιάφορο γκισέ ταχυδρομείου, θεωρήστε τα σαν τυχαίες εικόνες, δοσμένες λες για να διανθίσουν το μυθιστόρημα να το εμπλουτίσουν κινηματογραφικά. Ξεχάστε τα, Απωθείστε τα! 
Διότι έτσι θα απολαύσετε την πλοκή και τις ανατροπές της. Όταν τα  «δήθεν τυχαία» επιστρέψουν, η έκπληξη θα είναι θεραπευτική. 
Αυτή είναι ικανότητα του συγγραφέα Τρύφωνα Ζαχαριάδη: να εκπλήσσει τον αναγνώστη με την «επάνοδο του απωθημένου» που θα έλεγε η ψυχανάλυση.

Το μυθιστόρημα «Το δαχτυλίδι τής κυρίας Αλίξ» διαμηνύει πως τα συναισθήματα όπως η γονική αγάπη, η φιλία, και προπαντός ο έρωτας κάνουν το δικό τους δρόμο στη ζωή. Ο δρόμος των συναισθημάτων ξετυλίγεται πότε σύγχρονα με το ριζικό των διάφορων κοσμημάτων που κληρονομήσαμε, πότε κόντρα σε αυτό, πότε παράλληλα και ανεξάρτητα. Όπως λέει η παροιμία «κι αν έπεσαν τα δαχτυλίδια έμειναν τα δάχτυλα», η αγάπη (όπως η ευγένεια) ξέρει να επιβάλλεται και να θεραπεύει ακόμη και δίχως φτιασίδια και δίχως κοσμήματα.

Τώρα, για την κυρία Αλίξ μη με ρωτήσετε, δεν θα σας πω ποια ήταν. Άλλωστε, στην εποχή μας, με ένα κλικ μπορείτε να μπείτε στο ίντερνετ και στην wikipedia  και να μάθετε όλα όσα την αφορούν, αυτήν και την εποχή της.   
Όμως για το περιβόητο δαχτυλίδι μην ψάχνετε, δεν θα βρείτε στοιχεία. Διότι αυτό, το δαχτυλίδι, δημιουργήθηκε εξολοκλήρου από τον κοσμηματοτεχνίτη Τρύφωνα Ζαχαριάδη. Ο οποίος, αφού το φιλοτέχνησε, το παρέδωσε στον κοσμηματοπώλη Αρμό.  Κι εκείνος με την σειρά του μας το εμπιστεύεται σήμερα. 
Φυλάξτε το μαζί με τα άλλα πολύτιμα κοσμήματα στην βιβλιοθήκη σας, είναι πράγματι «αμυθήτου αξίας»,  όχι για τα σμαράγδια και τα ρουμπίνια που έχει πάνω του αλλά για την ψυχαγωγία, την συγκίνηση και τα μηνύματα που δίνει.
Όπως λέει και η ηρωίδα (στη σελίδα 198) μιλώντας για το δαχτυλίδι: 
Δεν το πήρα για την αξία του. Το πήρα για όσα σημαίνει στην ψυχή του.
Σας ευχαριστώ.

Γιάννης Βαϊτσαράς


Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2019

Με τα χέρια ενός άλλου

Από την παρουσίαση του βιβλίου 
τής
Μαρία Παπαδημητρίου
με τίτλο:
Με τα χέρια ενός άλλου
Βιβλιοπωλείο ΠΛΕΙΑΔΕΣ,
Αθήνα, Παγκράτι
Δευτέρα 30 Σεπτ 2019

Καλησπέρα σε όλους.
Αγαπητή Μαρία, πριν μιλήσω για το βιβλίο σου, ζητώ την άδειά σου να αναφερθώ στην επεισοδιακή στιγμή της γνωριμίας μας. 
Οι συνθήκες εκείνο το βράδυ ήταν αρκετά ανάλογες με την σημερινή, μόνο που εγώ βρισκόμουν στη θέση σου, ήταν η παρουσίαση ενός από τα πρώτα μου βιβλία, εσύ ήσουν στο κοινό, και υπαίτιος ήταν ο κοινός μας φίλος ο Διονύσης. 
Μου είχε λοιπόν τεθεί το ερώτημα «αν, ως συγγραφέας, υπέφερα, πονούσα στη διάρκεια της συγγραφής ενός βιβλίου». 
Είχα απαντήσει, ίσως λίγο αιφνιδιασμένος από την ερώτηση, και σίγουρα δίχως να καλοσκεφτώ τα λόγια μου, πως όχι, αντίθετα, οι ώρες της συγγραφής ήταν διασκεδαστικές έως και απολαυστικές για μένα. 
Η απάντησή μου σήκωσε θύελλα αντιδράσεων, μεταξύ των οποίων και μια δική σου φραστική επίθεση που με κατακεραύνωσε. 
Πώς τολμούσα, εγώ, ένας άπειρος ερασιτέχνης συγγραφέας να υποστηρίζω την άποψη πως η διαδικασία της συγγραφής δεν φέρνει πόνο, αγωνία, άγχος, κατάσταση αντίστοιχη με τις επώδυνες ωδίνες τοκετού!


Από τότε πέρασε καιρός, εκείνη η επίθεση έγινε ευτυχώς η αρχή μιας πραγματικής και ενδιαφέρουσας φιλίας, απολαμβάνουμε τώρα πλούσιες στιγμές ανταλλαγής των ιδεών μας και της δημιουργίας μας.
Αν επανέρχομαι στην πρώτη εκείνη συνάντησή μας δεν είναι για να αναμοχλεύσω δαιμόνια, αν και σε μια παρουσίαση βιβλίου θα ήταν ίσως ενδιαφέρον να ξανασυζητηθεί το επίμαχο θέμα. 
Όχι, μιλώ πάλι για εκείνη την εμπειρία διότι διαβάζοντας το βιβλίο σου, όπως και τα προηγούμενα βιβλία σου, δεν σε φαντάστηκα ούτε στιγμή, να γράφεις και να σβήνεις ασθμαίνοντας, αγωνιώντας και πονώντας. Καθόλου! Αντίθετα σε έβλεπα να απολαμβάνεις τη στιγμή, χαμογελώντας μάλιστα τσαχπίνικα στην ιδέα της απόλαυσης που θα νιώσουν οι αναγνώστες σου κάποτε, δηλαδή σήμερα.
Μπορεί να κάνω λάθος, στο τέλος της βραδιάς, στη συζήτηση, ίσως μου απαντήσεις στο ερώτημα, αυτή τη φορά όμως είμαι σίγουρος πως θα μου τα πεις μειλίχια και ήρεμα δίχως ίχνος από την επιθετικότητα που είχα εισπράξει τότε…

Ας απευθυνθώ τώρα στους αναγνώστες σου.

Που λέτε, την πρώτη φορά που διάβασα το κείμενο της Μαρίας Παπαδημητρίου, με τίτλο «Με τα χέρια ενός άλλου» ήταν από το χειρόγραφο. Το απήλαυσα, απλά, όπως θα το απολαύσετε κι εσείς όταν το διαβάσετε. 
Τη δεύτερη φορά όμως τα πράγματα ήταν πιο περίπλοκα. Το διάβαζα έχοντας στο νου να γράψω τις σκέψεις μου για να σας τις παρουσιάσω σήμερα. Το εγχείρημα αυτό με έφερε μπροστά σε διάφορες δυσκολίες και ερωτήματα.

Κρατούσα μολύβι για να υπογραμμίζω τις λέξεις και προτάσεις που θεωρούσα σημαντικές και θα χρειαζόταν να αναδείξω προς υποστήριξη αυτών που θα έγραφα.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα υπογραμμισμένο βιβλίο σχεδόν από την αρχή ως το τέλος. Άντε τώρα μ’ αυτό να βγει άκρη και να συνταχθεί ένα σύντομο και συγκροτημένο κείμενο για την βραδιά της παρουσίασης.

Πρώτο σημείο λοιπόν: έχουμε να κάνουμε με ένα έργο που βρίθει νοημάτων, μηνυμάτων και σκέψεων. Κι όταν ο αναγνώστης είναι ψυχολόγος, αντιλαμβάνεστε πως η αποστολή του ως παρουσιαστής του έργου περιπλέκεται ιδιαίτερα.
Άλλη δυσκολία μου ήταν ως προς την επιλογή του ύφους που θα διάλεγα.

Αποφάσισα να μην ασχοληθώ με την ψυχιατρική πλευρά της νουβέλας, αν και το κείμενο είναι ιδιαίτερα ερεθιστικό και σε παρασύρει σε ψυχιατρικά θέματα. Θέλησα όμως να ξεχάσω τις διαγνώσεις και τις τεχνικές ορολογίες και να το ακούσω ελεύθερα, χρησιμοποιώντας και το τρίτο αυτί, το ιδιαίτερο, το αυτί τού ψυχαναλυτή. Από αυτό, δυστυχώς, ό τι και να κάνω, δεν θα μπορέσω ποτέ να ξεφύγω. Το τρίτο αυτί είναι κομμάτι μου, κι αυτό δεν είναι μυστικό, η Μαρία Παπαδημητρίου το ήξερε καλά όταν μου πρότεινε να παρουσιάσω το βιβλίο της. Άρα δεν θα την εκπλήξω με τις παρατηρήσεις μου.

Ήδη, στις πρώτες γραμμές της πρώτης σελίδας το "τρίτο αυτί" μου κουδούνισε:
Διαβάζουμε:
Μια ακατανίκητη δύναμη έφθανε στα χέρια της και τα έσπρωχνε επιτακτικά, να σπρώξουν κι εκείνα με τη σειρά τους στις ράγες του μετρό μια κυρία μεσόκοπη που το περίμενε φορτωμένη στην αποβάθρα.
Το οποιοδήποτε φυσιολογικό αυτί τι ακούει; πως η μεσόκοπη κυρία περίμενε το μετρό. Το τρίτο αυτί μου όμως άκουσε πως η κυρία περίμενε αυτό που θα συμβεί μην έχοντας φυσικά καμιά συνείδηση για το γεγονός που θα ακολουθούσε.

Αρχίζω την παρουσίαση του βιβλίου με αυτή την παρατήρηση διότι με ακολούθησε σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Θεωρώ πως η συγγραφέας προδόθηκε από αυτή της την έκφραση, «που το περίμενε». 

Η Μάγια επιτίθεται έτσι σε διάφορους αλλά και στον εαυτό της παρασυρμένη από την «ακατανίκητη δύναμη» των πρώτων γραμμών του κειμένου. Το ερώτημά μου είναι κατά πόσο τα θύματά της ακόμα και η ίδια, «περιμένουν» την επίθεση. Δυσκολεύομαι να πιστέψω πως επιτίθεται έτσι, τυχαία, δίχως να νιώσει το κάλεσμα, την αναμονή μιας επίθεσης, μιας ανατροπής, μιας τρέλας που θα τους βγάλει απ’ τις γραμμές της κανονικής μα ίσως ανούσιας ζωής. Θα μου πείτε, μια ερμηνεία είναι αυτή. Ναι, μα αυτό ακριβώς κάνει η Μάγια: ερμηνεύει την ζωή των άλλων και την δική της, μέσα από τα γυαλιά των τραυμάτων της. Και επιτίθεται. Καταστροφικά και αυτοκαταστροφικά.
Επειδή όμως δεν είναι τρελή, και επειδή ξέρει τι κάνει και πώς το κάνει, αποφασίζει πως αυτά τα χέρια που σπέρνουν την καταστροφή δεν της ανήκουν! Αυτή η σκέψη της είναι και ο τίτλος του βιβλίου «Με τα χέρια ενός άλλου»

Αν έχω μια και μοναδική αμφισβήτηση είναι ακριβώς ο τίτλος. Ξέρει καλά και η συγγραφέας και η ίδια η Μάγια πως τα χέρια αυτά δεν είναι κανενός άλλου, μα είναι τα δικά της! 
Στην καλύτερη περίπτωση είναι τα χέρια του άλλου που κρύβουμε μέσα μας. Μα που δεν παύει να είναι κι αυτός μέρος του εαυτού μας. 
Ως το τέλος του βιβλίου περίμενα με αγωνία τη στιγμή αυτής της αναγνώρισης. Όμως μάταια. Ο τίτλος θα τιμήσει τον ρόλο του, όλα θα γίνουν με τα χέρια ενός άλλου, ο αναγνώστης ίσως και να πειστεί πως η Μάγια έχει χάσει τα λογικά της και τα χέρια της κινούνται με έξωθεν διαταγές, ακατανόητες από την λογική.

Να λοιπόν το λογοτεχνικό ενδιαφέρον του βιβλίου. Μετατοπίζεται η λογική, ο αναγνώστης ψάχνει τον Άλλον ενώ ο άλλος είναι μπροστά του. Η συγγραφέας δίνει όλα τα στοιχεία, μα τα σερβίρει με τέτοια μαεστρία που σε παρασύρει σε λαθεμένα συμπεράσματα περί μαγείας και μαγικών.
Μάλιστα γράφει κάπου: «Μάγισσα την είπαν μόλις γεννήθηκε». 
Αναρωτιέσαι: γεννήθηκε μάγισσα ή αποφάσισαν οι άλλοι να είναι μάγισσα;
Κεντρικό ερώτημα στο οποίο πήρα πολύ ικανοποιητική απάντηση με την συνέχεια της ανάγνωσης, παρά την ηθελημένη από την συγγραφέα μετατόπιση της λογικής που έλεγα πριν. 
Γι’ αυτό λέω πως προδόθηκε στις πρώτες γραμμές. Δίχως να το θέλει, νομίζω, το είπε με την έκφραση «που το περίμενε φορτωμένη στην αποβάθρα». 
Τώρα το «δίχως να το θέλει» που λέω, όπως όλοι ξέρουμε, σηκώνει αμφισβήτηση. Τις περισσότερες φορές ένα επιτυχημένο κείμενο γράφεται με πολλά «δίχως να τα θέλουμε». Είναι δουλειές του υποσυνείδητου, αλλά, είπαμε, δεν θα μιλήσω σήμερα με ψυχαναλυτική ορολογία.

Θα μιλήσω όμως για τον λόγο. Διότι αυτός, ο λόγος, είναι ο κορμός της ιστορίας. 
Τα λόγια. Οι κουβέντες. Η παρουσία και η απουσία του λόγου. 
Ό, τι δεν μπορεί να μιληθεί, να γίνει λόγος, γίνεται πράξη. Και συχνά γίνεται πράξη καταστροφική. Είτε με τα χέρια της Μάγιας είτε με τα χέρια ενός άλλου, αλλά ας μην ξαναγυρίσω σ’ αυτό. 
Τα χέρια αναλαμβάνουν να μιλήσουν για τα ανείπωτα. Κι όταν τα ανείπωτα είναι τραυματικά η πράξη θα έχει καταστροφή. 
Είναι θυμός ανεξέλεγκτος, ανεπεξέργαστος, τυφλός.
Στο σπίτι που μεγάλωσε η ηρωίδα η σιωπή ήταν κανόνας. Οι άνθρωποι, και ήταν πολλοί, δεν μιλούσαν με λόγια. Μιλούσαν με βλέμματα, με κινήσεις, με στάσεις του σώματος, με προσευχές και κραυγές. Ο λόγος ήταν απών. 
Περιέργως το επάγγελμα της Μάγιας, είναι να ακούει τα λόγια των πελατών της. Τυχαίο μάλλον, ε; 
Είναι, όπως έλεγα, γραμμένο από τη συγγραφέα δίχως να το θέλει, έτσι, τυχαία, η Μάγια ακούει…
Διαβάζουμε:
Η Μάγια δεν ήταν ψυχίατρος ούτε ψυχολόγος ούτε καν χαρτορίχτρα δεν ανήκε σε καμιά σέκτα ούτε παρίστανε τον γκουρού.

Αν μου ζητούσαν να αλλάξω τον τίτλο που αμφισβητώ (εντός εισαγωγικών) θα πρότεινα «Με τα χέρια του λόγου». 
Αυτή είναι η δική μου μετάφραση του «Άλλου». 
Ο λόγος που έπνιγε η Μάγισσα Μάγια. Κι ήταν λόγος μαζί και συναίσθημα. Έκφραση. Πόνος, λύπη, ντροπή, χαρά, αγάπη, λέξεις ανύπαρκτες σε μια ζωή. Καταχωνιασμένες βαθιά στα σκοτάδια της ψυχής. Μόνο τα χέρια έμεναν να αναλάβουν τη δουλειά. Να χαϊδέψουν, να αγγίξουν ερωτικά, έστω μέσα στην παράνομη αιμομικτική αναπόφευκτη έλξη. Κυρίως όμως να σφίξουν, να χτυπήσουν, να πονέσουν, να σκοτώσουν. Παράλυτος ο λόγος, ανύπαρκτος, ανήμπορος να αναχαιτίσει την ορμή του ανείπωτου τραύματος, της ανομολόγητης επιθυμίας.

Αντίθετα, οι ασθενείς της, συγνώμη, οι πελάτες της ήθελα να πω, εκείνοι μιλούν, εκφράζονται. 
Αλλά ο λόγος των άλλων, των πελατών της, λόγος που ανεξήγητα έρχεται να την βρει, δεν καταφέρνει να επουλώσει τις ρωγμές. Δεν την αγγίζει. 
Τα χέρια του λόγου των άλλων δεν την αγγίζουν. Τα χέρια του δικού της λόγου είναι προσωρινά παράλυτα. Μόνο όταν ξυπνάει μέσα της το θηρίο των ανέκφραστων συναισθημάτων, τότε τα χέρια της γίνονται χέρια καταστροφής.

Κλείνοντας θα πω μόνο μια λέξη για την εξαίρετη γραφή με τις περιγραφές για την ιστορία αυτής της γυναίκας, για τα παιδικά της χρόνια, την προσφυγιά, την σημερινή της πραγματικότητα, περιγραφές ζωντανές και καλογραμμένες που σε καθηλώνουν. Μόνο ένα μικρό παράδειγμα:

Η Μάγια, γύρω στα σαράντα, είχε ένα γεροδεμένο λεπτό κορμί και μόνο οι μηροί της ήταν κάπως πιο γεμάτοι από το υπόλοιπο σώμα της και όταν αντάμωναν πάνω, κοντά στο εφηβαίο έδιναν την εντύπωση ότι τίποτα δε χωράει να περάσει ανάμεσά τους.

Με τι κομψό τρόπο περιγράφει η συγγραφέας την μοναχικότητα της ψυχρής γυναίκας! 
Δεν βρίσκετε;

Σας ευχαριστώ.

Γιάννης Βαϊτσαράς 
ψυχολόγος

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Κείμενα του Διονύση Παπακώστα

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΪΤΣΑΡΑΣ
ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΤΟΥ
«ΤΑ ΚΟΡΔΟΝΙΑ»

Όλα συμβαίνουν τώρα, συγχρόνως, στον ίδιο χρόνο και στον ίδιο χώρο, επί σκηνής. Ο ψυχαναλυτής, η ψυχαναλυόμενη και ο ψυχαναλυόμενος, οι ήρωες τρεις. Όλοι βιώνουν τα αβίωτα, τα έξωθεν παρενοχλούντα την ύπαρξη, την βίωση των τριών. Και, συμβολικά, όλη εν γένει τη διαδικασία της ύπαρξης.


Καθοριστικός παράγοντας το βλέμμα και το είναι του άλλου, ο άλλος, ο έτερος, το Άλλο Εγώ και ο άλλος Άλλος, ο συμπορευτής στην ύπαρξη, ο «κράτα με να σε κρατώ ν’ ανεβούμε στο βουνό» και συνάμα ο διαφορετικός, ο αλλότριος, το «αλλουνού παπά ευαγγέλιο», ο αλλιώς μαθημένος, ο φοβιστικός, ο εχθρικός, ο εγωτιστής, ο εξουσιαστικός και πάλι όμως αναγκαίος, αφού όπως μας θυμίζει και το πάλαι ποτέ άσμα «αυτός ο άλλος είναι ευεργέτης μου μεγάλος».
Η διελκυστίνδα ανάμεσα σε φόβο και επιθυμία… Ποια είναι η σχέση του ανθρώπου με την επιθυμία του; Τι θέλει; Τι πενθεί;
Τέτοιου είδους ερωτήματα και άλλα ανάλογα θεατροποιεί ο Γιάννης Βαϊτσαράς προς χάρη της σχέσης της ψυχανάλυσης με την τέχνη.
Όντως! Ναι! 
Η ψυχαναλυόμενη γελάει δυνατά και ο ψυχαναλυόμενος γελάει χαρούμενα.
Στην πορεία ο συγγραφέας αναδεικνύει τις έννοιες “πραγματικό”, “αόρατο”, “συμβολικό”, “υπαρκτό”, “σώμα”, “βλέμμα”, “οικείο”, “ανοίκειο” δίχως να ξεχνά και την “ανοίκεια οικειότητα”.
Και επειδή ο ψυχαναλυτής τονίζει την αξία του ετυμολογικού “πόθεν”, ας σταθώ προς στιγμήν στην αρχιτεκτονική των ανοίκειων εννοιών των οικείων λέξεων…
Οικειότητα : η εν αγάπη και εμπιστοσύνη συγκατοίκηση.
Οικειότητα: η ψυχική και πνευματική συμβίωση, και τα παρεπόμενα της, η προσκόλληση, ο δεσμός, η εμμονή.
Οικειότητα: η ταύτιση, η ομοιότητα με τον Άλλο, τον Έτερο.
Ανοίκειο-Ανοικειότητα: Το ξένο, το μη γνώριμο, το ξενίζον, το αλλότριο, του Άλλου η πλευρά.
Ο συγγραφέας-ψυχαναλυτής εδώ δια της ετυμολογικής οδού μας “υποψιάζει”, μας δίνει την πρέπουσα τροφή για να αναλογιστούμε τον φόβο, τον φόβο του ανοίκειου αλλά και τον φόβο του οικείου, μα και τον εξαναγκασμό (θα προσθέσω σχολιαστικά) της ώθησης για σχέσεις, σχέσεις που καθορίζονται από τη διελκυστίνδα των αισθημάτων εγγύτητας και εγκατάλειψης – απόρριψης – απώλειας, ή και από το ψευδαισθητικό βίωμα ασφάλειας αντιστικτικά μ’ εκείνο του  εγκλωβισμού, πυροδοτώντας ανησυχίες και υπαρξιακούς φόβους, θέτοντας εντέλει το ερώτημα, την υπαρξιακή απορία, για το τι μέλλει γενέσθαι με τον ΆΛΛΟ, τον ΈΤΕΡΟ, που ετούτη τη στιγμή ή και διαχρονικά, είναι για μένα σημαντικός.
Οι ψυχαναλυόμενοι ανακαλύπτουν την αλήθεια τους, το πόθεν του ψυχισμού τους, τη γνώση για το τι θέλουν και το για τι πενθούν, άρα εν πολλοίςτην “ίαση”, μπορώντας δηλαδή πλέον να διαχειριστούν την “υποφορά” τους. Και η πάσχουσα κατάσταση, έτσι όπως αποτυπώνεται στο θεατρικό κείμενο, μεταστοιχειώνεται σε κωμικοτραγική και εν συνεχεία πια σε κωμική, η “υποφορά” απαλύνεται, η ταύτιση χαροποιεί και η εγγύτητα η αναγκαία για την έκφραση των συναισθημάτων ολοκληρώνεται.
Στη θεατρική πράξη, ο ψυχαναλυτής συμμετέχει και ως ψυχαναλυόμενος των ίδιων των ψυχαναλυομένων του. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον, γιατί τα κορδόνια λύνονται. Οι νοσηρές ψυχικές διαδικασίες, επισημαίνω και εξ ιδίων παθημάτων, δεν είναι όπως οι ασθένειες της σάρκας όπου η επιστήμη μπορεί θεραπευτικά να σκοτώσει ιούς και μικρόβια. 
Η επιτυχής δράση του ψυχαναλυτή βασισμένη στις γνώσεις του, την ικανότητα ενσυναίσθησης και το ταλέντο του (ο Γιάννης ο Βαϊτσαράς τα διαθέτει όλα) είναι εκείνη που δημιουργεί την αναγκαία ψυχολογική συνθήκη στον συνάνθρωπό του, στον πάσχοντα, στον στερημένο, στον πληγωμένο, ούτως ώστε να υλοποιηθεί η προαναφερθείσα παροιμία: «κράτα με να σε κρατώ ν’ ανεβούμε στο βουνό».
Οι εξαπατημένοι εραστές της ζωής, της αισιοδοξίας και της παρηγορίας, μπορούν να χαμογελάσουν. Ας ξαναδιαβάσουμε το διήγημα του Γιάννη Βαϊτσαρά, «ΤΑ ΚΟΡΔΟΝΙΑ». Θα ανακαλύψουμε όμως ακόμη περισσότερα παρακολουθώντας το θεατρικό του «ΤΑ ΚΟΡΔΟΝΙΑ»!



 Διονύσης Παπακώστας
Ο Διονύσης Παπακώστας και ο Ιλαρίων Κόμης
στο καφέ Ψ


Επιμέλεια κειμένου: Ιλαρίων Κόμης 


Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΪΤΣΑΡΑΣ
ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ
«ΤΑ ΚΟΡΔΟΝΙΑ»


Ο τρισδιάστατος Γιάννης Βαϊτσαράς:
Πρώτον ψυχαναλυτής· Δεν έχω βρεθεί στο “ντιβάνι” του, όμως οιονεί ψυχαναλύθηκα με τις ψυχαναλυτικές του συνάξεις, διαλέξεις, ομιλίες, συζητήσεις των Καφέ Ψ επί τόσα χρόνια τώρα στην Αθήνα, στο “Λεξικοπωλείο”, στην πλατεία των “Προσκόπων” ή πιο σωστά για μένα στην πλατεία “Μάνου Χατζιδάκη”, κι ας μην της έχει δώσει επισήμως ο Δήμος Αθηναίων το σημαντικότατο αυτό όνομα…
Δεύτερον, λογοτέχνης· έχω κολυμπήσει στα λογοτεχνικά-ψυχαναλυτικά του βιβλία, διηγήματα, μυθιστορήματα, νουβέλες, έχω ψυχαναλυθεί μέσα απ’ αυτά, αφήνοντας τη σκέψη μου, τα συναισθήματά μου και τους ελεύθερους συνειρμούς μου να εμπλουτιστούν από τις εμπνεύσεις του και το εξαιρετικό ταλέντο του, που χάρη στον χαρακτήρα του, το χρησιμοποιεί θέτοντας πάντοτε στην πρώτη θέση τον άνθρωπο.
Τρίτον, θεατρικός συγγραφέας· καλοτάξιδος! Ξαναδένοντας, θα πω εγώ, «ΤΑ ΚΟΡΔΟΝΙΑ», σε θεατρική απόδοση.
Ενεργοποιημένος ψυχικά απ’ όλα αυτά, επιχειρώ να αποσαφηνίσω για τον φίλο μου και ψυχαναλυτή Γιάννη Βαϊτσαρά, τις εκτιμήσεις, τις σκέψεις, τις εμπνεύσεις που μου γεννά το έργο του, εστιάζοντας σε φράσεις από το διήγημά του και εισάγοντας παρένθετα τα σχόλιά μου…
Να η ευκαιρία, αρπάξτε την ευκαιρία, μην χάνεις την ευκαιρία, δώσε μου την ευκαιρία, ευκαιρίας δοθείσης· ο άλλος, ο απέναντι, ο έτερος, ο συνάνθρωπος, μπορεί να φοβάμαι, διαισθάνονται τον φόβο, ο φόβος, φόβος, φοβάστε; Να φοβάμαι; Ναι…
Ο έτερος: αίσθηση απειλής... και έλξης, μαζί με τον τρόμο, με διεγείρει, με έλκει, «η πολύτιμη και προστατευτική ρουτίνα της συνήθειας και του προγράμματος».
Πράγματι «παράξενη επιπλοκή της πραγματικότητας», η καθημερινότητα, η πραγματικότητά μου, τα δύσκολα, χρειάζονται ψυχραιμία.
Λέξεις και εκφράσεις καθημερινές, χρησιμοθηρικές, κυκλοφορούνε σαν το πλήθος των ανθρώπων σε ώρες αιχμής, σε πολυσύχναστες λεωφόρους, πλατείες, παιδικές χαρές — χαρές;
Ο ψυχαναλυτής λογοτέχνης με εισάγει στο επέκεινα με λέξεις απλές, σημαντικές για το ψυχικό τοπίο των δύο ψυχαναλυόμενων και του ψυχαναλυτή: «ποιος άνθρωπος κρύβεται πίσω από το προσωπείο του ψυχαναλυτή μου» (σελίδα 33).
Η επιθυμία, η ανάγκη της επικοινωνίας, της εγγύτητας με τον “έτερο”, τον “άλλο”, τον “αλλότριο”, προς χάριν της εσωτερικής μας ισορροπίας.
Η “οικειότητα” και η έννοια του περιεχομένου.
Η “ανοίκεια οικειότητα”, με προσδοκία ή ανησυχία.
«Γενικεύοντας, θα έλεγα πως πλανάται πάντα στον αέρα η προσδοκία 
ανάμεικτη με ανησυχία μιας “ανοίκειας οικειότητας”.»
Αφήνοντας να δράσει επάνω μου το κείμενο, ανακαλώ τις λέξεις φόβος, απειλή, ευκαιρία, της αρχής του θεατρικού/διηγήματος, ανακαλώ τα παιχνίδια της επιθυμίας, του έρωτα και της λίμπιντο, τα οποία, ―δοθείσης ευκαιρίας— εκδηλώνονται παρορμητικά στην κατάλληλη στιγμή, αυθόρμητα, ανεμπόδιστα, υπερφαλαγγίζοντας ελλείψεις, αντιλήψεις, φόβους, απειλές, ανασταλτικά βιώματα.
Και να, ο ψυχαναλυόμενος όντως επιβεβαιώνει:
«Το τι θυμήθηκα τώρα μ’ όλα αυτά, δεν λέγεται.»
Εδώ έχουμε ανάδυση της ανάμνησης, διεργασία ανάσυρσης της ασυνείδητης μνήμης (σελίδες 42-43) και τελικά την απελευθέρωση:
«Εγώ έζησα όλη αυτή την κωμικοτραγική ιστορία σαν την ευκαιρία απελευθέρωσης, όσο κι αν αυτό σας φαίνεται αντιφατικό και ανόητο. Και νομίζω πως και οι τρεις μας απελευθερωθήκαμε.»
Και με τη σειρά του ο ψυχαναλυτής, ως ψυχαναλυόμενος μέσω της οικειότητας:
«Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο να μου προτείνουν οι αναλυόμενοι την αντιστροφή των ρόλων μας. Όταν το ακούω στη συνεδρία, το συνδέω με την επιδίωξη της οικειότητας.»
Όπως το αντιλαμβάνομαι, η λειτουργία του ψυχαναλυτή μέσα στο διήγημα, είναι η αρχιτεκτονική απόδοση του ψυχικού οικοδομήματος.
«Κοιμάμαι και ονειρεύομαι, δίχως να καταφέρνω πάντα να ερμηνεύω τα όνειρά μου. Τουλάχιστον τα αναγνωρίζω για δικά μου, ξέρω πως είναι λόγια από βαθιά μέσα μου, κρυπτογραφημένες φωνές απ’ τους μυστικούς και μυστηριώδεις κήπους της ψυχής μου. Και προσπαθώ να χρησιμοποιήσω τα μηνύματα προς το συμφέρον μου, εννοώ το ψυχικό μου συμφέρον.»
Στο διήγημα ο συγγραφέας ψυχαναλυτής, με τα παραδείγματα των ηρώων του αλλά και του ίδιου, κατορθώνει, χωρίς να μας σοκάρει, να αποφλοιώσει την κρούστα των πληγών και να μας ξεναγήσει στις αιτίες και τις αφορμές των δακρύων τους, δημιουργώντας έτσι τις κατάλληλες συνθήκες για γνώση, για επίγνωση, του αληθινού πόθεν, και δίνοντάς μας την πυξίδα για αυτοδιαχείριση, ικανή να επιφέρει την κατά το δυνατόν αποτελεσματικότερη αναψυχή ή ακόμη και μια προσομοιάζουσα στην ίαση κατάσταση.
Ναι! Δεν θα πω ίαση, γιατί εξ ιδίων αλλά και εξ αλλοτρίων, γνωρίζω πως αληθινή και πλήρης ίαση δεν υφίσταται…
Κλείνοντας εδώ, ας μου επιτραπεί να σχολιάσω κάτι που μας λέει ο Γιάννης στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του:
«…Είμαι ένας κανονικός άνθρωπος, δηλαδή γεμάτος προβλήματα και αμφιβολίες. Και, ευτυχώς, πολλές μικρές ή μεγάλες χαρές…»
Εγώ, ομολογώ το διαφορετικό πιστεύω μου:
«…Είμαι ένας κανονικός άνθρωπος, με πολλές μικρές ή μεγάλες χαρές και, δυστυχώς, γεμάτος προβλήματα και αμφιβολίες…». 



 Διονύσης Παπακώστας


Επιμέλεια κειμένου: Ιλαρίων Κόμης 

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2018

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018
ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Διαβάζοντας το βιβλίο του άλλου.
                                       


Καλησπέρα σας. 
Καλώς ήρθατε στην δημοτική βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, σας ευχαριστώ που ανταποκριθήκατε στην πρόσκλησή μας για την ιδιαίτερη αυτή συνάντηση, που δεν μοιάζει πολύ με τις συνηθισμένες βιβλιοπαρουσιάσεις.

Θα το ξέρετε ίσως πως εμείς οι ψυχοθεραπευτές ασκούμε ένα επάγγελμα που δεν ευνοεί τις κοινωνικές σχέσεις. Είναι μοναχική δουλειά. Και θα έλεγα, πως, όσο με αφορά, πιστεύω πως αυτός είναι ο κύριος λόγος που με οδηγεί στην έκφραση μέσω της συγγραφής, και ιδιαίτερα της μυθοπλασίας.  Είναι ένα παράθυρο προς τον έξω κόσμο, προς τους γνωστούς και άγνωστους ανθρώπους, τους αναγνώστες μας, είναι ένας τρόπος για να εκφράσουμε τις αγωνίες, τις φαντασίες μας και τις επιθυμίες μας απωθημένες ή  συνειδητές. Αφού μέσα στην καθημερινότητα της δουλειάς μας, μέσα στους τοίχους των γραφείων μας, δεν μας επιτρέπεται κοινωνική συναναστροφή. Αν και ομολογώ πως είναι συχνό φαινόμενο να συλλαμβάνω τον εαυτό μου να επιθυμεί μια πιο προσωπική σχέση με κάποιους από τους ανθρώπους που με  εμπιστεύονται στην ψυχοθεραπεία. Επιθυμία και φαντασιώσεις που, εννοείται πως υφίστανται καταστολή. Κάπου λοιπόν θα πρέπει να διοχετευτούν όλα τούτα. Και η μυθοπλασία είναι πρόσφορο έδαφος.

Η συγγραφική δραστηριότητα όμως μου έφερε κι άλλα οφέλη. Όπως για παράδειγμα την γνωριμία μου με τον ψυχαναλυτικό θεραπευτή, συγγραφέα και ποιητή Τρύφωνα Ζαχαριάδη. Έχουμε την ίδια εκδοτική στέγη, τις εκδόσεις Αρμός, και η ευτυχής συνάντηση με τον Τρύφωνα είναι ένας επιπλέον λόγος που θέλω να ευχαριστήσω δημόσια τον εκδότη μας Γιώργο Χατζηιακώβου.

Αγαπητέ φίλε, Τρύφων, θέλω αρχικά να σε καλωσορίσω στην πόλη μας που ξέρω πως αγαπάς. Στη συνέχεια θέλω να σε ευχαριστήσω για την ιδέα που είχες να συνομιλήσουμε δημόσια για τα βιβλία μας, ιδέα που αποδείχτηκε εξαιρετική, αν κρίνω από την επιτυχία που είχε η πρώτη μας αντίστοιχη συνάντηση στην Αθήνα πριν από μερικούς μήνες.
Η «Μία και η Άλλη» μου, ηρωίδες από το μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε από τον Αρμό πριν από το δικό σου, έρχονται απόψε εδώ να συναντήσουν τη «Φωτεινή» σου και να μας δώσουν την ευκαιρία να ανταλλάξουμε τις σκέψεις μας.
Για τους φίλους που είναι μαζί μας σήμερα και μας ακούν θα γίνουμε ο Ένας και ο Άλλος που θα μιλήσουν για την εμπειρία τους με τις γυναίκες που τους συντρόφεψαν στην φαντασία τους τόσο καιρό, και, αν κρίνω από την περίπτωσή μου, μας συντροφεύουν ακόμα. Θα γίνουμε ο ένας και ο άλλος που θα προσπαθήσουν να ανασύρουν επίσης και κάποια από όσα κρύβονται πίσω από τις σελίδες των μυθιστορημάτων τους.
Αφήνω λοιπόν στα χέρια σου τις δικές μου, την Μια και την Άλλη, κι  αφού σε ακούσουμε, θα σου πω και εγώ μετά δυο λόγια, ως αναγνώστης αλλά και ως ψυχολόγος, για το δικό σου βιβλίο.




Κείμενο Τρύφων Ζαχαριάδης

«Η ΜΙΑ ΚΑΙ Η ΑΛΛΗ» 

Βιώνουμε δικαιολογημένα τα τελευταία χρόνια, ότι μας αδικούν. Μας αδικεί το κράτος, μας αδικούν οι ξένοι, μας αδικεί ο συλλογικός μας περίγυρος και συχνά νοιώθουμε ότι αδικούμε εμείς τον εαυτό μας που επιτρέπουμε στους άλλους να μας φορούν το κοστούμι της αδικίας. Αν το περιβάλλον που ζούμε δεν εμπεριείχε τόσες αδικίες, ίσως η τέχνη και στην περίπτωση το συγκεκριμένο βιβλίο, δεν θα είχε την ευχέρεια να μας συγκινεί και να μας παρηγορεί. Δεν θα είχε δηλαδή την δυνατότητα μέσα από το μύθο του, να προκαλεί, αυτό που δεν συμβαίνει στην καθημερινότητα της ζωής μας. Να δικαιώνει τις αναζητήσεις των ηρώων του, αλλά και τις ανάγκες των αναγνωστών, που σε αρκετά σημεία ταυτίζονται με τις ανάγκες των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος.
Ξεκινώντας λίγο αφοριστικά, θα υπενθυμίσω ότι διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, επαναφέρουμε μέσα μας χαμένα κομμάτια του εαυτού μας. Ερχόμαστε σε επαφή με κάτι που έχουμε νοιώσει κι εμείς αλλά δεν το έχουμε αναγνωρίσει ξεκάθαρα. Συναντάμε μακρινές συγγένειες από βολεμένες εκκρεμότητες της ζωής μας. Προσωπικά, επικοινώνησα με αρκετές μνήμες από την παρελθοντική διαδρομή μου, που ομολογώ κόντευα να τις ξεχάσω. Η επικοινωνία με ένα βιβλίο που μας συγκινεί μοιάζει διαδικασία συναισθηματικής ανασύστασης!



Για να μπορέσω να σας ταξιδέψω λίγο στο μυθιστόρημα του Γιάννη, θα δανειστώ μικρές αναφορές από το οπισθόφυλλο της έκδοσης, που προσδιορίζουν την ιστορία που ξεδιπλώνει ο συγγραφέας του.
«Δυο συνονόματες γυναίκες αποφασίζουν να συγκατοικήσουν. Αγοράζουν ένα διαμέρισμα στην παραλία της Θεσσαλονίκης, πλάι στο γραφείο ενός υπερήλικα ψυχαναλυτή, και συνδέονται οι τρεις τους με στενή φιλία… Οι γιοί των γυναικών και η κόρη του ψυχαναλυτή εμπλέκονται σε σχέσεις περίπλοκες καθώς η συγκατοίκηση των μεγαλυτέρων γεννά και σ’ εκείνους πρωτόγνωρα και απρόσμενα συναισθήματα, με απρόβλεπτη εξέλιξη».
Λόγοι συμβολικής διάκρισης-και όχι μόνο-βαφτίζουν με παιγνιώδη διάθεση, Μία την πρώτη και Άλλη την δεύτερη. Θα έλεγα ότι αυτό είναι ένα από τα ευρήματα του Γ.Β. για να βάλει από την πόρτα και όχι από το παράθυρο του μυθιστορήματος τον «σημαντικό άλλο» που πάντοτε είναι ο απέναντι. Αν γυρίσεις, λοιπόν, ανάποδα τα πρόσωπα λέγοντας την Μία, Άλλη και την Άλλη Μία, ίσως να μην υπάρξει τόσο έντονη διαφοροποίηση, επειδή δεν αλληλοσυμπληρώνονται μόνο, αλλά η Μία καθρεφτίζει την Άλλη και το ανάποδο. Ποιός είναι ο σημαντικός άλλος στη ζωή μας; Ο γονιός, ο φίλος, ο εραστής, ο δικός μας άνθρωπος. Αυτός, που επειδή τον αγαπάμε και τον νοιαζόμαστε, η προδοσία του ή η ματαίωση από την συμπεριφορά του, μας πονάει και μας τραυματίζει βαθειά..Στο μυθιστόρημα του Γ.Β. φωτίζεται η ουσιαστική φιλία. Κάπου είχα διαβάσει ότι οι φίλοι, είναι ο τρόπος του Θεού να ζητήσει συγγνώμη για τους συγγενείς που μας έδωσε. Οι δυο γυναίκες του μυθιστορήματος στην σύνδεσή τους, κάνουν αυτό που ο Αισχύλος αναφέρει: Τιμούν χωρίς φθόνο τον ευτυχισμένο φίλο τους! Εννοώ την φιλική τους σύνδεση. Για να είσαι ικανοποιημένος από τον άλλο χρειάζεται να του παραχωρήσεις την εμπιστοσύνη σου. Σε αυτή την σχέση της Μίας με την Άλλη και με κάπως διαφορετική υπόσταση στην σχέση με τον ψυχαναλυτή Ντυπόν, αποτυπώνεται ο σεβασμός, η διακριτικότητα της επικοινωνίας, η αλληλοαποδοχή της φιλίας, η στήριξη στον βηματισμό για το τέλος.  
Η Μία διευκολύνει την Άλλη  και το αντίστροφο, να κάνουν διάλογο με τα σκοτάδια του ψυχισμού τους. Με την είσοδο στη ζωή τους του Ντυπόν, προκαλούνται και στις ίδιες και στα παιδιά τους προσδοκίες από το χθες και το σήμερα. Έρχονται στην επιφάνεια επιθυμίες, θυμοί, ζήλιες, χαρές, αλλά και η διαπίστωση ότι κανείς δεν είναι τέλειος. Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί αν ωριμότητα συναισθηματική είναι η αποδοχή ότι δεν είμαστε τέλειοι! Αν ωριμάσουμε μέσω του άλλου, μας διευκολύνει να αντέξουμε την εικόνα μας. Δηλαδή να αποδεχθούμε αυτό που εκπέμπουμε και να  δοκιμάσουμε να το βελτιώσουμε.
Ποιά είναι η Μία και ποια η Άλλη; Ποιά από τις βασικές ηρωίδες του βιβλίου του θα μιλήσει για τις παρεκκλίσεις του συναισθήματος και του σώματος; Και οι δύο, αλλά μόνο όταν καταφέρουν μέσα από τις βρεφικές ανάγκες της ενήλικης ζωής τους να αρθρώσουν το αίτημα  της ανάγκης του ΑΛΛΟΥ.
Το βρέφος όταν γεννιέται είναι ανήμπορο. Για να καλυφθούν οι ανάγκες του χρειάζεται την προσφορά του άλλου.(της μητέρας). Η παρουσία του άλλου ικανοποιεί τις ανάγκες του βρέφους και συνάμα οργανώνει στα συναισθήματά του την έννοια της ΑΓΑΠΗΣ. Όταν του καλύπτουν τις ανάγκες του το αγαπούν, όταν δεν ανταποκρίνονται τότε δεν το αγαπούν! Ο ρόλος του βρέφους και ο ρόλος της μητέρας εναλλάσσονται ανάμεσα στη Μια Και στην Άλλη. Εμπεριέχει κατά διαστήματα η μία την άλλη.
Το μυθιστόρημα του Γ.Β, δεν ξεδιπλώνει μόνο τις σχέσεις ή τα οικογενειακά μυστικά των ανθρώπων, προσφέρει απλόχερα πρόσβαση σε ένα τρόπο σκέψης όπου το μέγεθος του χρόνου και του χώρου γίνεται αντιληπτό κυρίως συναισθηματικά. Να υπενθυμίσω ότι οι σπουδές του συγγραφέα στην αρχιτεκτονική αυξάνουν και ευαισθητοποιούν την αίσθηση του χώρου. Από την άλλη η ψυχαναλυτική του γνώση μεγιστοποιεί την σχέση του με τον χρόνο.
Όπως μας είναι γνωστό, κάθε μορφή τέχνης, φυσικά και η λογοτεχνία, αποκαθιστά τις αδυναμίες της σκέψης μας. Δηλαδή αφού δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε ότι είμαστε δέσμιοι του χρόνου, μας είναι απαραίτητες οι προειδοποιήσεις. Ο χρόνος χάνει μέρος της δύναμής του αν είμαστε προετοιμασμένοι. (Αν συγκατοικήσω εγώ με τον άλλο)! Αυτό κάνουν και οι πρωταγωνιστές του βιβλίου : η Μία, η Άλλη και ο ψυχαναλυτής Ντυπόν, μπαίνουν και βγαίνουν συναισθηματικά στον χρόνο, χρησιμοποιώντας παλιά τερτίπια της συντροφικότητας και του αποχωρισμού.
«Η μοναξιά των γηρατειών είναι τρομαχτική και ασήκωτη. Αυτές οι δύο είχαν την τύχη, ή την εξυπνάδα, να ξεγελάσουν την πραγματικότητα. Η ιστορία τους είχε υπάρξει πλούσια, δημιουργική, ζεστή και ανθρώπινη, δεν ήθελαν να μην την συνεχίσουν με αντίστοιχες συνθήκες. Ο θάνατος τις άφησε χήρες, η ζωή απομάκρυνε τα παιδιά τους, τα γεράματα καραδοκούσαν ανελέητα. Έτσι σοφίστηκαν την συγκατοίκηση. Να βρουν ένα σπίτι για να απλώσουν την καθημερινότητα, το τώρα και το παρελθόν τους, για να χαρούν το αύριο. Δηλαδή την Δύση τους».(ΣΕΛ. 15).
Για τον συγγραφέα και τους ήρωες της μυθιστορίας του, δεν καταγράφεται απλά μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Απογυμνώνεται σταδιακά από την αφήγηση και τις εξελίξεις το  συστατικό στοιχείο της αποτύπωσης δύο αλληλοσυμπληρούμενων εκδοχών. Η ΜΙΑ  «προδίδει» τον ιδιωτικό βίο της ΑΛΛΗΣ. Τον μεταφέρουν αυτό τον βίο, φιλτραρισμένο από τα εντός τους συντελούμενα.
Η διεισδυτική ματιά του συγγραφέα κουβαλάει την δύναμη του φωτισμού των τραυμάτων, η αφήγηση ωστόσο δεν βαραίνει τον αναγνώστη. Κυλάει. Κι  αυτό είναι η επιτυχία του.
Επεξεργάζεται, συνδέει τη Μία και την Άλλη και καταφέρνει να μεταφράσει την στοργή τους σε ερωτισμό για την ζωή τους που δύει. Το μυθιστορηματικό κείμενο  διαπνέει στα πρόσωπα και στον ψυχισμό τους, μια διακριτική θλίψη. Πολλές δυσφορικές καταστάσεις χειροτερεύουν επειδή νοιώθουν ότι τις υπομένουν μόνο εκείνες. Η κατεύθυνση του συγγραφέα, οδηγεί τα πρόσωπα να ανακαλύψουν την ψυχολογική διαδικασία της μεταμόρφωσης που μετατρέπει τις τραυματικές εμπειρίες τους σε μια ποιοτική ωριμότητα  και μια εκλεπτυσμένη αξιοπρέπεια.  Η Μία, η Άλλη και ο Ντυπόν στο μυθιστόρημα του Γ.Β. αποπνέουν μια «φιλική έκφραση» που ελπίζει ο καθένας μας να συναντήσει στο πρόσωπο κάποιου που χαίρεται απλά και ανεπιτήδευτα επειδή τον συνάντησε.
Συμμετέχουν σ’ αυτό το παιχνίδι και οι απόγονοί τους. Όπως στην περιορισμένης εμβέλειας σύναξη για τα γενέθλια της Άλλης.
«Η μεγάλη όμως έκπληξη του Αχιλλέασελ 55…..σελ 56… αποτέλεσμα των αντικατοπτρισμών..»
Οι ήρωές του λες και πρέπει να επαναλάβουν το στάδιο του καθρέπτη. Ανάμεσα στο είμαι και στο φαίνομαι να πραγματοποιηθεί η κατάκτηση της εξατομικευμένης ταυτότητας. Να καταλάβουν και το ποιο σημαντικό να αποδεχθούν Αυτό που είναι. Για να φτάσει κάποιος στην αντίληψη της συνολικής  εικόνας της ψυχοσωματικής ύπαρξής του   κάνει μια βόλτα από το πραγματικό, στο φαντασιωσικό και το συμβολικό.
Ας κάνουμε για λίγο εικόνα τους δύο καθρέφτες. Ο ένας απέναντι στον άλλον. Όταν σταθείς μπροστά στον ένα, σου παρουσιάζει την εμπρόσθια εικόνα του ειδώλου σου και ταυτόχρονα την πίσω πλευρά της φυσικής σου παρουσίας. Σαν να επιμένουν αυτά τα καθρεφτίσματα, να μην μείνει αθέατη καμιά πλευρά σου.
Να φανούν όλα! Και ποιοι το κάνουν ως δώρο; Τα παιδιά Της Mίας και της Άλλης. Συχνά λέω ότι ο ιδιωτικός βίος των γονιών μετουσιώνεται σε δημόσιο βίο των παιδιών. Τα κάνουν όλα παντιέρα. Τα φέρνουν όλα στην επιφάνεια! Και το πιο ενοχλητικό: φωτίζουν τις κρυφές πτυχές των γονιών τους. Τι βαφτίζουμε κρυφό; Σε αυτό ας απαντήσετε εσείς ως ακροατές αυτή την στιγμή και αργότερα ίσως ως αναγνώστες των βιβλίων που παρουσιάζονται σήμερα.
Το στιλ ενός μυθιστοριογράφου το επισημαίνεις υπενθυμίζοντας  τα στοιχεία όπου εστιάζει.
Αν δοκιμάσουμε να περιγράψουμε τις εμπειρίες μας, οι λέξεις μας εμφανίζονται ως αδέξιες. Ο Γ.Β. φαίνεται να γνωρίζει τι σκεφτόμαστε για κάτι και το σχηματοποιεί με τον γραπτό λόγο. Σχεδόν ξεκάθαρα μας το αποτυπώνει με τις κατάλληλες λέξεις. Πού εστιάζει δηλαδή εύστοχα; Στον αέναο αγώνα να ανακαλύψουμε και να αποκαλύψουμε την προσωπική ταυτότητα. Στον αγώνα της Μίας και της Άλλης ή των παιδιών τους που αν και έχουν διαφορετικά ονόματα θα μπορούσαν να είναι ο Ένας και ο Άλλος. Τι δοκιμάζει να πράξει η Μία και η Άλλη; Δοκιμάζουν να μην αφήσουν μετέωρο έναν εαυτό που για να πορευθεί στην δύση του, λιγότερο οδυνηρά, έχει ανάγκη την φροντίδα της αυτογνωσίας που συχνά εξελίσσεται στην πιο χρήσιμη αγάπη για τον εαυτό μας. Ο ψυχαναλυτής Ντυπόν γίνεται και για τις δύο το «όχημα» και ο «καθρέφτης» αυτής της αυτογνωσίας.
Η ερωτική επιθυμία και κατ’ επέκταση τα παιχνίδια της σεξουαλικότητας, δεν απουσιάζουν από την ιστορία του βιβλίου του. Ο Γ.Β. γνωρίζει καλά ότι όλοι θα θέλαμε να αποτελούν μια αληθινά ευχάριστη δραστηριότητα της ζωής μας. Σταδιακά  όμως γίνεται αντιληπτό ότι στην διάρκεια της σωματικής επικοινωνίας, δραστηριοποιούνται αμέτρητες εκφράσεις εξουσίας στο συναίσθημα. Οργισμένοι και πληγωμένοι, κάνουμε αγώνα να καταστρέψουμε την ζωή εκείνων που κάποτε υποστηρίζαμε ότι αγαπούσαμε.  
Όταν παρουσιάσαμε για πρώτη φορά στην Αθήνα τα δύο βιβλία, «Η Μία και η Άλλη» και το «Τι έγινε ρε Φωτεινή»  με απασχολούσε το τέλος της παρουσίασης. Εκείνη, λοιπόν την ημέρα, ήρθε στο νου μου ένα όνειρο, που είδα χαράματα πριν από την εκδήλωση. Είδα λοιπόν ότι βρισκόμουν σε μια αίθουσα κινηματογράφου όπου παρακολουθούσα μια ταινία. Έβλεπα τους τίτλους του τέλους κι ένοιωθα μια βαθειά ικανοποίηση επειδή στη λέξη τέλος είχαν καλύψει τα γράμματα ε και ο και δεν μπορούσες να το διαβάσεις αλλά το καταλάβαινες. Σκεφτόμουν στην διάρκεια του ονείρου, ότι πολύ ορθά είχαν επιλέξει αυτό τον τρόπο, επειδή πολλοί θεατές δεν άντεχαν να βλέπουν κάτι που τελειώνει.
Ανεξάρτητα από την έκφραση επιθυμίας μου στο όνειρο για το όποιο ΤΕΛΟΣ, γεννήθηκε στην σκέψη μου συνειρμικά, ότι αυτό  συνοδεύεται πάντα από απώλειες. Αποτελεί,  δηλαδή, το κοινό στοιχείο, αλλά και την διαφορά στα δύο μυθιστορήματα. 
Στο «Τι έγινε ρε Φωτεινή;» λειτουργούν οι απώλειες ως ιστός συνεκτικός της μυθιστορίας. Στους ήρωες του Γ.Β. ο φόβος της απώλειας οδηγεί  σταδιακά τους πρωταγωνιστές της ιστορίας του, να βρίσκουν ο ένας τον άλλον και σιγά-σιγά τον εαυτό τους.






Κείμενο Γιάννη Βαϊτσαρά

Τι έγινε ρε Φωτεινή;

Ευχαριστώ για τα λόγια σου, Τρύφων.
Έχει ενδιαφέρον το όνειρο για το οποίο μιλάς, με τη λέξη «τέλος» που δεν φαίνεται καθαρά
στην ταινία, αλλά και η ανάλυση που κάνεις συνδέοντας την λέξη αυτή με τη λέξη «απώλεια» που πράγματι είναι ο συνεκτικός ιστός τής ιστορίας που περιγράφεις στο βιβλίο σου, το «Τι έγινε ρε Φωτεινή;»
Μην ανησυχείς όμως για απόψε, δεν τελειώσαμε ακόμα.

Εγώ θα χρησιμοποιήσω τον τίτλο σου για να σε ρωτήσω: Τι έγινε ρε Τρύφων;
Πώς κι έτσι, άφησες την πολυθρόνα τού ψυχοθεραπευτή για να πιάσεις την πένα τού μυθιστοριογράφου; Ισχύει και για σένα αυτό που έλεγα πριν, στην εισαγωγή, πως ο κύριος λόγος που μας οδηγεί στην συγγραφή είναι η έκφραση μέσω της μυθοπλασίας; Ή μήπως κάνω λάθος και δεν άφησες ακριβώς την θέση σου, μα γράφεις αντλώντας την έμπνευση από την ψυχοθεραπευτική σου εμπειρία; Αν συμβαίνει αυτό, ομολογώ πως το κρύβεις αποτελεσματικά, ο αναγνώστης τού μυθιστορήματος «Τι έγινε ρε Φωτεινή;» παρασύρεται από την διήγηση και ξεχνάει εντελώς την επαγγελματική σου ιδιότητα.



Που λες, στη δουλειά μας, και φαντάζομαι πως θα συμφωνήσεις και συ, Τρύφων, όχι μόνο δεν μας επιτρέπονται οι κοινωνικές σχέσεις αλλά και δεν είναι σπάνιο να χρειάζεται να υποδυόμαστε τον πεθαμένο. Μου συμβαίνει συχνά. Να κάνω πως δεν υπάρχω, ίσα ίσα να αναπνέω. Για να αφήσω χώρο να μιλήσει ο άνθρωπος που έχει αυτή ακριβώς την ανάγκη. Να μιλήσει! διότι ξέρουμε πια καλά πως στη ζωή εμφανίζεται συχνά η ανάγκη αυτή στον καθένα μας. Γιατί άραγε;
Μου απαντάς μέσα στο βιβλίο σου, με μια σκέψη της Φωτεινής, μου το λες, γιατί ο άνθρωπος νιώθει την ανάγκη να μιλήσει.
Όπως γράφεις  στη σελ. 129: Για να πετάξει έξω τη σαβούρα που κρατάει φυλακισμένη…, όταν έχεις κάτι κρυμμένο, χρειάζεσαι ένα δεσμοφύλακα να το κρατάει στο σκοτάδι.

Διηγείσαι λοιπόν, ένα περιστατικό όπου η Φωτεινή πάει στον τάφο των γονιών και της γιαγιάς της για να μιλήσει, και διαβάζοντάς το, ταυτίστηκα με τους νεκρούς προγόνους μέσα στον τάφο, η παρομοίωση της σκηνής με ψυχαναλυτική συνεδρία όπου ο αναλυτής κάνει τον πεθαμένο, είναι αναπόφευκτη:

Αρχίζει διστακτικά να μιλάει στους πεθαμένους γονείς:.
-       Δεν θέλω να στενοχωρηθείτε με αυτά που θα σας πω… Ένα πρωινό στο χωριό πριν 21 χρόνια, άρχισε μια ιστορία. Θυμάστε το γείτονα, το κυρ Ανέστη τον θυμάστε έτσι; Μου είπε λοιπόν εκείνο το πρωινό να πάω να δω τα γατάκια που γέννησε η χοντρή η καφετιά, που της είχανε βγάλει το ένα μάτι. Για τη γάτα του λέω…
Ακολουθεί μια εκμυστήρευση-χείμαρρος, που, όσο εξασκημένη και να είναι η ψυχαναλυτική μου επιπλέουσα προσοχή, ομολογώ πως παρασύρθηκα, πως συγκινήθηκα.

Στέκομαι σ’ αυτό τον μονόλογο, διότι κρύβει όλη την τραυματική εμπειρία αυτής της γυναίκας. Μια ιστορία που διαδραματίστηκε στα παιδικά-εφηβικά της χρόνια αλλά που την τραυμάτισε ως το τέλος της διπλής ζωής της. Και που είναι το κλειδί της κατανόησης τής υπόθεσης.

Η Φωτεινή γεννήθηκε σε μια φτωχική οικογένεια, στο χωριό, με γονείς ξεριζωμένους από τον τόπο τους το 22. Ήταν η δίδυμη αδελφή της Αγγελικής. Ίδιες,  ολόιδιες. Στην εμφάνιση. Με πολύ διαφορετική συμπεριφορά όμως και φαινομενικά εντελώς ανόμοια ψυχοσύνθεση.
Μελετώντας την ιστορία αυτή, συχνά εμφανίστηκαν στο μυαλό μου τα ερωτηματικά που αφορούν τους διδύμους.

Ποιες απροσδιόριστες δυνάμεις ώθησαν τις δυο αδερφές σε τόσο διαφορετικούς δρόμους στην περιπέτεια της ζωής; Ποια υπόγεια μονοπάτια τις οδήγησαν στην υποσυνείδητη προσπάθεια να διαχωριστούν, να πάρουν εκ διαμέτρου αντίθετες κατευθύνσεις, χωρίς όμως ποτέ να επιτύχουν να χωριστούν πραγματικά;

Η Αγγελική και η Φωτεινή του βιβλίου σου, είναι δίδυμες τριανταπεντάχρονες, η πρώτη πόρνη και η δεύτερη θρησκευόμενη νοικοκυρά. Η πρώτη είχε πρώτη δραματικό τέλος.

Για την Αγγελική, θα μάθουμε λίγα πράγματα, εκτός από το δραματικό τέλος της,. Μάλιστα έκανες την «πονηριά» που τη συνδέω τώρα με το όνειρο που έλεγες πριν με το τέλος της ταινίας: Αρχίζεις το μυθιστόρημα με αυτό ακριβώς το τραγικό γεγονός του τέλους της ζωής της Αγγελικής.
Πετυχημένη συγγραφική κίνηση!
Στις πρώτες σελίδες, ρίχνεις τη βόμβα, αρπάζεις το ενδιαφέρον του αναγνώστη καθώς περιγράφεις τολμηρά τις πιπεράτες λεπτομέρειες του βιασμού και τελικά του φόνου της Αγγελικής, μέσα στο τρένο. Μέσα στον έρημο συρμό Θεσσαλονίκη-Αθήνα, όπου κυκλοφορούν λιγοστοί νταβραντισμένοι φαντάροι, (οι πελάτες της), κι ο μιλημένος υπάλληλος του τρένου. Μέσα στην μυστηριακή κι ανησυχητικά ερεθιστική νυχτερινή ατμόσφαιρα, όπου εξαφανίζονται όλοι, τη στιγμή του «απολαυστικού φόνου», όπως θα έλεγε κι ο Ερνέστ Μαντέλ, στην κοινωνική ιστορία του αστυνομικού μυθιστορήματος.
Από κει και μετά, δυσκολεύτηκα να αφήσω το βιβλίο.

Από τον φόνο ως τη στιγμή που η αδερφή της η Φωτεινή θα μάθει τον θάνατο και την κρυφή ζωή της Αγγελικής, μεσολαβούν 27 ολόκληρες σελίδες. Ο αναγνώστης αδημονεί, καίγεται να μάθει τη συνέχεια. Όμως, υπομονετικά σε ακολουθεί να τον περιδιαβαίνεις με μαεστρία στις σκέψεις και στην καθημερινότητα της δίδυμης αδερφής, της Φωτεινής. Στις αναμνήσεις και στις συνήθειές της. Την περιγράφεις μέσα απ’ τους ελεύθερους συνειρμούς της με τόση γλαφυρότητα και χάρη που, να σου πω, έπιασα τον εαυτό μου να εύχομαι να παραταθεί η περιπλάνηση στην διήγηση, αν οι 27 σελίδες ήταν περισσότερες, δε θα με χαλούσε.
Μη μου πεις πως δεν χρησιμοποίησες την ψυχαναλυτική μέθοδο του ελεύθερου συνειρμού, δεν θα σε πιστέψω.
Προδίδεσαι από τις προτάσεις που χρησιμοποιεί η ηρωίδα σου. Θες παραδείγματα;

Γέλασε για το πώς πήδαγε το μυαλό της από το ένα θέμα στο άλλο.
Τώρα που τα λέει αυτά, παραλίγο να ξεχάσει μιαν άλλη ιστορία.
Έπειτα, είχε τόσους δικούς της στον επάνω κόσμο... Τώρα που είπε απάνω κόσμο θυμήθηκε που της άρεσε…

Στην ψυχανάλυση, ο ελεύθερος συνειρμός είναι το όχημα που οδηγεί τον αναλυόμενο στην εμφάνιση του μίτου της σκέψης του, στην ανάδυση του υποσυνείδητου.
Στο βιβλίο σου, οι ελεύθεροι συνειρμοί της ηρωίδας σου είναι το όχημα που μας ξεναγεί στην ιστορία και την προσωπικότητα, στον ψυχισμό της. Κι αυτό ξέρεις να το περιγράφεις πειστικά και γενναιόδωρα. 
Με την περιήγηση στον σκοτεινό και τον φωτεινό κόσμο της Φωτεινής και τής Ελλάδας του 60, σχεδόν ξεχνάμε τα τραγικά γεγονότα της αρχής του μυθιστορήματος.
Όμως, επειδή σέβεσαι τον αναγνώστη σου, αφού τον στροβίλισες με νοσταλγία και τρυφερές λεπτομέρειες, τον επαναφέρεις στην πραγματικότητα του σήμερα.

Μετά τον θάνατό της η Αγγελική θα συνεχίσει να είναι συμπρωταγωνίστρια στο μυθιστόρημα αλλά μέσα από τις διηγήσεις και τις εμπειρίες τής αδερφής της, τής Φωτεινής. Τις κάποιες πληροφορίες για την πολυτάραχη και σύντομη ζωή τής Αγγελικής τις περιγράφεις με τα λεγόμενα, τις αναμνήσεις και τις σκέψεις τής Φωτεινής. Μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη του μονόλογου. Αυτό που μένει πάντως σαν γεύση είναι ο άρρηκτος δεσμός αίματος που τις συνδέει, διπλός δεσμός, ομοζυγωτικός. 

Η Φωτεινή είναι άνθρωπος της προηγούμενης γενιάς από μένα αλλά πολλές από τις εμπειρίες της  μου μίλησαν, ταίριαξαν με δικές μου αναμνήσεις και αναφορές. Όταν, ας πούμε, περιέγραφε την γειτονιά που έζησε, τις συνήθειες, το Ρομάντζο όπου διάβαζε ερμηνείες των ονείρων της, τα μαγαζιά όπου πήγαινε, το γαλατάδικο της ΕΒΓΑ με το τηλέφωνο της περιοχής. Τις θυμάμαι κι εγώ, τις ραδιοφωνικές εκπομπές, την «Πικρή – μικρή μου αγάπη», τις διαφημίσεις του ρολ και του κλιν, που άκουγε στο ραδιόφωνο BRAUN. Μεγάλο, με σκούρο ξύλο, που γυάλιζε κι έπιανε μέχρι Αίγυπτο, όπως λες.  Αναμνήσεις ζωντανές από την παιδική μου ηλικία, την δεκαετία του 60.

Είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα. Το διάβασα πάλι, αυτή τη φορά όχι σαν ψυχοθεραπευτής, αλλά σαν αναγνώστης. Ξέρουμε πια πως κατά την ανάγνωση ενός κειμένου, ο καθένας διαβάζει το δικό του βιβλίο και, ανάλογα με αυτά που έχει μέσα του, βρίσκει και παίρνει από το έργο ό,τι ο ίδιος χρειάζεται, συν-δημιουργώντας με τον συγγραφέα.

Μίλησες προηγουμένως για τους καθρέφτες.
Επαναλαμβάνω τα λόγια σου:
Ο ένας απέναντι στον άλλον. Όταν σταθείς μπροστά στον ένα, σου παρουσιάζει την εμπρόσθια εικόνα του ειδώλου σου και ταυτόχρονα την πίσω πλευρά της φυσικής σου παρουσίας.
Σκέφτομαι: Μπορεί μια θεοσεβούμενη νοικοκυρά να κοιτάζεται στον καθρέφτη και να βλέπει το πρόσωπο μιας πόρνης με τα ίδια χαρακτηριστικά;
Ε λοιπόν, στο δικό σου σύμπαν, στον κόσμο της φαντασίας του συγγραφέα Τρύφωνα Ζαχαριάδη μπορεί.
Το λες, με άλλα λόγια, στη σελ. 78, μέσα στο νεκροτομείο:

Παρά το διαφορετικό χτένισμα και το έντονο κραγιόν στα χείλη, που είχε πασαλειφτεί γύρω από το στόμα της Αγγελικής, παρά τα μελανιασμένα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο της, το ξεραμένο αίμα και τα μεγάλα σημάδια στο λαιμό, η Φωτεινή ήταν σα να έβλεπε πεθαμένο το δικό της πρόσωπο, τον εαυτό της.

Η πορεία των δυο γυναικών μοιάζει παράλληλη και κυκλική, τόσο, που από απόσταση, δεν
διακρίνεις τη διαφορά. Σαν ένας παραμορφωτικός καθρέφτης  που μπλέκει το πρόσωπο με το είδωλό του, σαν το ριζικό των διδύμων. (κι αυτό μας παραπέμπει στα όσα έλεγες πριν για τους καθρέφτες).
Δεν θα πω στους ακροατές μας σήμερα περισσότερα για το τέλος του μυθιστορήματος. Θα πω μόνο όμως, ότι όπως στις πρώτες σελίδες, έτσι και στις τελευταίες, εμφανίζεται απογυμνωμένη από φτιασίδια και μπιχλιμπίδια η ανθρώπινη υπόσταση: ο έρωτας με τον θάνατο βγάζουν τα μαχαίρια δίχως αναστολές, δίχως δεύτερες σκέψεις. Κυνικά, υποχθόνια, το αρχέγονο τυφλό πάθος θα επιβάλει την ακατέργαστη παρουσία του.

Η ψυχανάλυση λάμπει δια της απουσίας της στο βιβλίο σου. Ίσως, θα μου πεις, γιατί όπως λέγαμε πριν ο αναγνώστης, δηλαδή εγώ, διαβάζει το δημιούργημα με τον δικό του, προσωπικό τρόπο.

Εγώ όμως βρίσκω πως το μυθιστόρημα αυτό είναι η χαρά του ψυχοθεραπευτή.
Να, για παράδειγμα αναφέρεσαι, δήθεν τυχαία, στη διήγηση ενός ονείρου, ενός ερωτικού ονείρου της Φωτεινής! Συγνώμη, αλλά σε ποιον δε θυμίζει ψυχαναλυτική κατάσταση;

Είδε ότι βρισκόταν στην μικρή αποθήκη της αυλής ξαπλωμένη στο ντιβάνι με το σομιέ.
Την φίλαγε αυτός ο ξένος στο λαιμό και στην κοιλιά και ένιωθε ένα γλυκό μούδιασμα από την μια, και από την άλλη ίδρωνε και έτρεμε σαν να την απειλούσε κάτι. Το σίγουρο είναι ότι ξύπνησε ταραγμένη, ακριβώς την ώρα που ένιωσε ευχαρίστηση ανάμεσα στα πόδια της.
Και, πιο κάτω, αναρωτιέται κάθιδρη η Φωτεινή:
Πώς να διώξει κάποιος τους πειρασμούς όταν κοιμάται; Σε καλό να μου βγει!.

Ή πάλι, κάποια από τα λόγια τής Φωτεινής δεν είναι πολύτιμο καμπανάκι και μάθημα για όλους μας, για τον κάθε γονιό, τον κάθε άνθρωπο που αγαπάει τον διπλανό του;
Όταν χτίζεις τις μέρες σου με μυστικά, οι αλήθειες σε μαραζώνουν. Κανείς σας δεν πόνεσε, γαμώτο μου, με τον δικό μου πόνο. Φύγατε όλοι από τη ζωή, χωρίς ν’ ακούσετε κάτι που θα σας ανησυχήσει, κάτι που να σας κάνει να πείτε: Αυτό το παιδί βασανίζεται από τίποτα; Χαμπάρι όλοι σας!

Ήδη, στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου σου, είχε φανεί πως οι αναγνώστες αγαπήσαμε ιδιαίτερα τις σελίδες με τις λεπτομέρειες της κηδείας της Αγγελικής.
Εκεί, λοιπόν, έχουμε μια εξαιρετική σκηνή: Ανάμεσα σε αρχιμανδρίτες και παπάδες, δεκάξι τον αριθμό, δίπλα στα άπειρα στεφάνια, άλλα κανονικά κι άλλα δήθεν, που τάχα έστειλαν διάφοροι επώνυμοι σαν τη Μάγια Μελάγια, τη Μάρθα Βούρτση ή τον Ηλία Τσιριμώκο, εκεί μέσα στο πλήθος ακούγεται το εξής:
-Τι σου είναι ο άνθρωπος;
Τότε,
Ο άντρας της κυρά Άννας από την Έβγα τους όρμησε, μια και τους γνώριζε, σαν του πάτησαν δικό του κάλο.
-Τι να είναι, ρε μαλάκες, ο άνθρωπος, ό,τι κι εσείς! Ένας χαζός, που ασχολείται με το πώς τον βλέπετε, πώς θα θέλατε να είναι και δε βάζει μπροστά να γίνει αυτό που θέλει αυτός. Ζούμε μια ολόκληρη ζωή για τους άλλους και όχι για τον εαυτό μας.

Με έξυπνο τρόπο, περνάς το ψυχοθεραπευτικό μήνυμα μέσα από το μυθιστόρημα.
Ζούμε μια ολόκληρη ζωή για τους άλλους και όχι για τον εαυτό μας.
Ο ψυχοθεραπευτής Ζαχαριάδης λοιπόν, εμφανίστηκες εδώ ως μυθιστοριογράφος. Μετέτρεψες τον λόγο, αφηγήθηκες μια ιστορία. Και μπορεί να βρίσκει κανείς κρυμμένα μέσα της όλα τα βασικά ψυχαναλυτικά στερεότυπα, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, την δύναμη της ερωτικής ενόρμησης, το βασανιστικό υπερεγώ με τα πρέπει και τις αναστολές του, τις συγκρούσεις του έρωτα με τον θάνατο, και κυρίως, το μαρτύριο των ενοχών και την ψυχοπαθολογία του τραύματος…
Όλα όμως είναι δοσμένα δίχως ίχνος θεωρίας, με μυθοπλαστική σοφία, με πλοκή και περιγραφές που ψυχαγωγούν και διασκεδάζουν.

Σου είπα, αγαπητέ Τρύφων, μερικές μόνον σκέψεις μου για το βιβλίο σου. Κλείνοντας, θα  περιοριστώ, στο θέμα του θυμού που υποβόσκει σ’ όλο το μυθιστόρημα.
Τον θυμό του αναγνώστη σου, για τη μοίρα της Φωτεινής και για τη μοίρα της χώρας που ζει, αυτόν τον θυμό ξέρεις να τον γαληνεύεις. Με τις τρυφερές περιγραφές ακόμα και στις σκληρότερες στιγμές του βιβλίου, με τις σοκολάτες που βάζεις σε χέρια συμπονετικά, με όμορφες ερωτικές σκηνές για πονεμένα σώματα, με φαντασίες και όνειρα, με «μάγισσες που φέρνουν βότανα»…
Μα, με το θυμό της Φωτεινής σου, μ’ αυτόν …τι έγινε;
Δεν θα το πούμε εδώ τώρα. Ας αφήσω αυτή τη χαρά στους αναγνώστες σου να το ανακαλύψουν.
Διότι είναι απ’ τα δυνατότερα κομμάτια του βιβλίου, αυτό μπορώ να το πω. Όπου η Φωτεινή βουτάει στην ζωή της Αγγελικής και στη συνέχεια με μια εκπληκτικής φαντασίας κίνηση εκδικείται τον θάνατο της δίδυμης αδερφής της.
Όσο  προετοίμαζα την κοινή παρουσίαση των βιβλίων μας, ήρθε στο νου μου μια ιδέα. Ίσως αν το είχαμε σκεφτεί νωρίτερα να βάζαμε στα δυο μας βιβλία τον ίδιο τίτλο, μιας και θα ήταν ταιριαστό στο περιεχόμενο, σαν συγγραφική άσκηση ύφους…
Η Αγγελική και η Φωτεινή, η Μία και η Άλλη…
Ρίχνω την ιδέα, ίσως μια άλλη φορά να το επιχειρήσουμε, τι λες;
Έτσι δεν θα πέσει στην οθόνη της συνεργασίας μας η λέξη τέλος.




 Κείμενο Γ. Βαϊτσαρά για το βιβλίο του "Η Μία και η Άλλη"



Αγαπητέ Τρύφων, υπάρχει μια αδικία εδώ. Οι περισσότεροι ακροατές φίλοι μόλις σήμερα ανακαλύπτουν το δικό σου βιβλίο, για πρώτη φορά τώρα συναντούν την Φωτεινή και την Αγγελική σου. Αντίθετα η Μία, η Άλλη με την παρέα τους είναι περισσότερο γνωστές καθώς δεν είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζουμε το βιβλίο στη Θεσσαλονίκη.   

Σε ευχαριστώ που εκτίμησες το βιβλίο μου.
Το ξέρεις και συ πως δεν είναι λίγες οι στιγμές που αμφισβητούμε την ποιότητα των γραπτών μας, το περιεχόμενο, το ύφος, τη δυνατότητά μας τέλος πάντων να εκφραζόμαστε με γραπτό λόγο στα βαθιά νερά της συγγραφής και της έκδοσης, (να τολμήσω τη λέξη;) της λογοτεχνίας.

Με στοιχειώνουν τα λόγια του συστημικού ψυχοθερπευτή Γιάκομπ Σνάηντερ, που είναι επίσης συγγραφέας. Σε ένα μακροσκελές άρθρο του λοιπόν, ο Σνάηντερ μιλάει για τη μοιραία σχέση που συνδέει την ψυχανάλυση με τη συγγραφή λέγοντας πως η σχέση αυτή δεν δίνει παρά τερατουργήματα και αποτυχίες, και αναρωτιέται γιατί οι ψυχαναλυτές να είναι τόσο κακοί συγγραφείς.
Είναι μια μεγάλη συζήτηση, και σίγουρα δεν είναι καθόλου κατάλληλη η στιγμή να ασχοληθούμε με το θέμα. Καθώς βρισκόμαστε μπροστά σε δυο έργα ψυχοθεραπευτών που σίγουρα διακατέχονται, όπως κάθε ψυχαναλυτής και κάθε συγγραφέας, από την ίδια εμμονή με τις φαντασίες και τις λέξεις, που κατακλύζονται από την ίδια επιθυμία της συγγραφής, και, θα πρόσθετα, επίσης της δημοσίευσης.

Στην πρώτη παρουσίαση του «Η Μία και η Άλλη» η κριτικός τέχνης Καίτη Στεφανάκη είπε πως  «Μεγάλοι συγγραφείς όπως ο Ίταλο Καλβίνο αλλά και ο Μπέρτολντ Μπρεχτ τονίζουν το εξής: Ένας συγγραφέας έχει ηθική υποχρέωση να διασκεδάσει τον αναγνώστη. Η διασκέδαση είναι πολύ σοβαρό πράγμα. Η απόλαυση πρέπει να είναι το δώρο του συγγραφέα στον αναγνώστη που αγόρασε το βιβλίο του και επένδυσε τον χρόνο του στην ανάγνωση τόσων σελίδων: Πρέπει να ανταμειφθεί.»

Το να εκφράζεις καλή ή κακή κριτική για ένα βιβλίο είναι πράγματι υποκειμενική και σχετική υπόθεση. Αυτήν, την δική μου υποκειμενική άποψη, εκφράζω κι εγώ για το μυθιστόρημα του Ζαχαριάδη, σύμφωνοι!
Ας μιλήσω λοιπόν τώρα για το δικό μου βιβλίο, την ευχαρίστηση και τις δυσκολίες, τις αμφιβολίες  που μου προκάλεσε.

Το βιβλίο αυτό, η Μία και η Άλλη, γράφτηκε σε ένα διάστημα περίπου ενός χρόνου. Ήταν μια εποχή πολύ πλούσια σε συναισθήματα και φαντασία, με μνήμες από το παρελθόν που ζωντάνευαν και έπαιρναν θέση στο κείμενο καθώς ξετυλιγόταν η ιστορία που έπλαθα. Ήταν εποχή επίσης υποβόσκουσας αγωνίας για το αποτέλεσμα, για την ψυχαγωγία και απόλαυση του μελλοντικού υποτιθέμενου αναγνώστη.

Η αρχική ιδέα ήταν να μιλήσω να μιλήσω για το θέμα της φιλίας,  κάτι που από τα πολύ νεανικά μου χρόνια με απασχόλησε σοβαρά. Θέλησα να αναδείξω τους συναισθηματικούς δεσμούς που χτίζονται έξω από το οικογενειακό περιβάλλον. Προσπάθησα να πω πως οι ισχυροί ψυχικοί δεσμοί δεν είναι απαραίτητα  αυτοί που αναπτύσσονται μέσα στην οικογένεια. Ανάμεσα σε συγγενείς, όπου η έννοια της αμφιθυμίας βρίσκει πολύ πρόσφορο έδαφος για να επικρατήσει. Και όπως ξέρουμε η αμφιθυμία, δηλαδή τα συναισθήματα αγάπης και μίσους συγχρόνως, είναι έμφυτη στην ανθρώπινη ψυχή και εκδηλώνονται με διάφορους τρόπους, πολλές φορές ιδιαίτερα επώδυνους, με συμπεριφορές σκληρές ή βάναυσες.
Οι δεσμοί αίματος είναι πολύτιμοι όταν δεν γίνονται δεσμά στην ψυχή του ανθρώπου.

Μια σπουδή για τη φιλία και τον έρωτα. Έτσι ονόμασε ο Ντυπόν το έργο του. Ναι, διότι, όποιος μιλάει για δεσμούς αίματος, δεν γίνεται να μην αναφερθεί επίσης στους άλλους θεμελιώδεις δεσμούς της ανθρώπινης ύπαρξης, τους φιλικούς και τους ερωτικούς δεσμούς. Θα έλεγα μάλιστα πως υπάρχει μια άμεση σχέση, μια εξάρτηση ανάμεσα στα δυο αυτά είδη ψυχικών δεσμών καθώς, όταν οι οικογενειακοί δεσμοί εξελίσσονται σε δεσμά, οι αυθεντικές φιλίες και οι πραγματικοί, οι ανθεκτικοί έρωτες είναι ανέφικτοι.
Εσύ, ο ψυχοθεραπευτής Τρύφων Ζαχαριάδης παρουσιάζεις εξαιρετικά το θέμα στο βιβλίο σου «Συντροφικότητα, Αποχωρισμός».
Ο άνθρωπος, από τα πρώτα χρόνια της ζωής, χρειάζεται τη σταθερότητα του οικογενειακού δεσμού για να καταφέρει να απελευθερωθεί και να αναπτύξει τις απαραίτητες, ζωογόνες σχέσεις εκτός οικογένειας. Χρειάζεται γερά θεμέλια, (που η ψυχανάλυση ονομάζει ναρκισσιστικά θεμέλια), και αυτά χτίζονται με τον δυνατό δεσμό που αναπτύσσει το παιδί με τους γονείς ή με τα πρόσωπα που το περιβάλλουν και το φροντίζουν. Αυτά ακριβώς τα γερά θεμέλια θα του επιτρέψουν να συνδεθεί με άλλους σε ουσιαστικές σχέσεις με τον Άλλον.
Συγχρόνως η αμφιθυμία (αγάπη που συνυπάρχει υποσυνείδητα με έχθρα) και η πολυπλοκότητα των οικογενειακών σχέσεων δημιουργεί συχνά εμπόδια και αγκυλώσεις ώστε να είναι σχεδόν αδύνατη η απαγκίστρωση του παιδιού από τα δεσμά των δεσμών αίματος, με όλες τις ψυχικές διαταραχές που επιφέρουν.

Μα όπως πάντα μου συμβαίνει όταν γράφω, από το έργο δεν μπορούσαν να απουσιάζουν οι αγωνίες και τα άγχη της δουλειάς του ψυχαναλυτή. Οι σχέσεις του με τους αναλυόμενούς του, η επίδραση που έχουν στην προσωπική και συναισθηματική του ζωή αυτά που ακούει από το ντιβάνι.  Όπως φαντάζομαι πως όλοι οι συνάδελφοι ανησυχούν και αναρωτιούνται για την επίδραση της άσκησης του επαγγέλματος στις προσωπικές τους στιγμές.
Ναι, είναι μια εκμυστήρευση μεταμφιεσμένη. Μία σύνθεση όπου βρίσκουν θέση σκέψεις, αγωνίες και συναισθήματα μέσα σε μια ιστορία που φαινομενικά είναι εντελώς διαφορετική από την πραγματικότητα τού συγγραφέα.

Οι δύο συνονόματες κυρίες του βιβλίου, η Μία και η Άλλη, δεν είναι υπαρκτά πρόσωπα. Όμως δεν μπορώ να κρύψω από τους ανθρώπους που με γνωρίζουν προσωπικά πως όταν έχτιζα με λέξεις τις δύο ηρωίδες είχα στο νου μου ένα γνωστό μου παρόμοιο δίδυμο.

Το ίδιο ισχύει και για τους τόπους που αναφέρονται μέσα στο βιβλίο. Ας πούμε, το χωριό που είναι το σκηνικό για ένα μέρος του μυθιστορήματος, η Πρόπαν!
Δεν ήταν το χωριό μου. Δεν ήταν ο τόπος των καλοκαιριών μου. Ήταν όμως ο εύκολος προορισμός της οικογένειας για επίσκεψη στους συγγενείς που είχαμε εκεί
Οι αναμνήσεις μου από την Πρόπαν, από κάθε καλντερίμι, από κάθε σπίτι ή ερείπιο, από κάθε γωνιά του χωριού, φέρουν πάνω τους την πατίνα του χρόνου, των πολλών χρόνων.
Είναι εικόνες ασπρόμαυρες, με λύχνους και λαμπογυάλια στις αυλές, μοσχοβολιές από τσουκάλια που σιγοβράζουν στα παράσπιτα, μυρωδιά καμένου ξύλου.

Αυτό το χωριό επέλεξα για καταγωγή του ψυχαναλυτή Αναστάσιου Ντυπόν.  Ο οποίος, δείτε σύμπτωση, είναι και συγγραφέας. Το «διπλό». Μια έννοια που διασχίζει το βιβλίο μου, όπως άλλωστε και το δικό σου.

Σε ένα σημείο του βιβλίου ο γηραιός Αναστάσιος Ντυπόν απευθύνεται στους θεατές τού έργου του, διηγούμενος μία ανάμνηση από τα παιδικά του χρόνια όταν στον μπακάλη ψώνιζε βερεσέ και εκείνος σημείωνε τα χρέη σε ένα μικρό τεφτέρι. Αισθάνομαι πως θα μπορούσα αυτούσιο να σας το απευθύνω τώρα κι εγώ, σε σας, τους αναγνώστες μου.
Λέει ο Αναστάσιος μιλώντας στους θεατές του:
Σας παρακαλώ να δείτε το έργο μου σαν το χάρτινο τεφτέρι, όπου προσπάθησα να καταγράψω ένα μικρό κομμάτι των δοσοληψιών της ζωής, να δώσω μοναχά μια μερική και προσωπική άποψη στα χρέη και τις αποπληρωμές των ανθρώπων. Δείτε το έτσι, σαν το παιχνιδιάρικο τεφτεράκι πρόχειρων λογαριασμών ενός παιδιού, κι όχι σαν τα βαριά και σοβαρά χρέη των μεγάλων. Γιατί, εκείνα, τα ζείτε καθημερινά στο μεγάλο βιβλίο των συναλλαγών της ζωής σας.

Ξέρω, πως, εκτός από σένα, το βιβλίο αυτό αγαπήθηκε κι από κάποιους άλλους που το διάβασαν. Όπως από τους δυο φίλους που μίλησαν για την «Μία και την Άλλη» στην πρώτη παρουσίασή τους, την Καίτη Στεφανάκη και τον Αποστόλη Βερβερίδη. Άκουσα λόγια που με συγκίνησαν και που ενισχύουν την αγάπη μου για την γραπτή έκφραση,  με την ελπίδα πως βοηθώ τον εαυτό μου και τους αναγνώστες να ανοίξουν κάποια παράθυρα σκέψης.
Τα ενθαρρυντικά λόγια σας με βοηθούν να ξεχνάω τις απόψεις του Σνάηντερ περί τερατουργημάτων και αποτυχιών των ψυχαναλυτών-συγγραφέων. Οι δικές σας αναλύσεις με παροτρύνουν να συνεχίσω να γράφω τις μυθοπλασίες μου. Πάντα στην υπηρεσία της ψυχανάλυσης που είναι ο οδηγός και ο πυλώνας της πνευματικής και όχι μόνον ζωής μου.

Αυτή τη συνέχεια στο συγγραφικό έργο σου, εύχομαι επίσης και σε σένα, φίλε Τρύφωνα Ζαχαριάδη.
Σε ευχαριστώ για το βιβλίο σου και για την ευκαιρία σκέψης και έκφρασης που μου πρόσφερες με την ιδέα της σημερινής συνάντησης.
Σας ευχαριστώ όλους.