Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014



Καφέ Ψ στο Λεξικοπωλείο



31/10/14, ώρα 19.30, Στασίνου 13, Πλατεία Προσκόπων.

Μετά από τέσσερα χρόνια το καφέ Ψ βρήκε επιτέλους φιλόξενη στέγη.





Κείμενο Γ. Βαϊτσαρά

Καλησπέρα και καλώς ορίσατε στο καφέ Ψ.
Όπως βλέπετε, αναβαθμιζόμαστε. Μετά από τέσσερα χρόνια περιπλάνησης, βρήκαμε επιτέλους φιλόξενη στέγη. Οι φίλοι οικοδεσπότες μας, δεν είναι, όπως θα υποθέταμε, απλά Λεξικοπώλες. Είναι άνθρωποι με πολλά και ποικίλα ενδιαφέροντα, με ευαισθησίες και ανησυχίες, αντιλήφθηκαν ότι κάτι περίεργο, ίσως και ενδιαφέρον γίνεται στα καφέ ψ και πρότειναν να μας φιλοξενήσουν. Φυσικά δεχθήκαμε αμέσως και νάμαστε απόψε εδώ, όλοι μαζί. Τους ευχαριστώ θερμά.

Ένα άλλο στοιχείο αναβάθμισης του καφέ ψ είναι η ενεργή παρουσία του φίλου-συνταξιδιώτη στα μονοπάτια της ψυχανάλυσης και της συγγραφής, του εξαιρετικού Χάρη Μωρίκη. Ο Χάρης δεν είναι άγνωστος σε πολλούς από σας. Εδώ πάλι, πριν μερικούς μήνες, όταν μιλούσαμε για ψυχανάλυση και λογοτεχνία, όντας ο ίδιος ψυχαναλυτής και συγγραφέας, μας είχε καταπλήξει με την σκέψη και τα λόγια του. Αποφασίσαμε λοιπόν να συνεχίσουμε μαζί το δρόμο τού καφέ-ψ και είμαι σίγουρος πως το αποτέλεσμα της συνεργασίας θα είναι δημιουργικό, πλούσιο και ενδιαφέρον για όλους μας. Έτσι, με ενωμένες δυνάμεις, αισθανόμαστε πιο δυνατοί και έτοιμοι να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες σας.

Και σήμερα πάλι, δεν θα απομακρυνθούμε από το βασικό θέμα μας που είναι η συγγραφή και η ψυχανάλυση. Ή αν προτιμάτε η ψυχαναλυτική συγγραφή.
Θα με ακούσετε να παραφράζω κομάτια και να αναφέρομαι συχνά στο τελευταίο βιβλίο του Μωρίκη, διότι είναι ακριβώς στην βάση της δουλειάς που προσπαθούμε να κάνουμε στο καφέ-ψ. Το βιβλίο λέγεται Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΟ ΝΤΙΒΑΝΙ, υπότιτος: Διαβάζοντας λογοτεχνία με το φακό της ψυχανάλυσης. Κυκλοφορεί στις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ. Σας διαβάζω από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Η ανάγνωση είναι μια περιπέτεια που αφορά το κείμενο, τον αναγνώστη και τον συγγραφέα, με αβέβαια κάθε φορά έκβαση, και γι’αυτό συναρπαστική... Τι σχέση έχει ένα κείμενο με τον ψυχικό κόσμο και το ασυνείδητο και πώς εμπλέκεται και κινητοποιείται ο αναγνώστης όταν έρχεται σε επαφή μαζί του;»

Αν θυμάστε, αυτά ήταν τα ερωτηματικά πάνω στα οποία στήθηκε η ιδέα του καφέ-ψ. Διαβάζουμε κείμενα και μετά συζητάμε αυτό που κινητοπιήθηκε από την ανάγνωση στον αναγνώστη-ακροατή. Στην πράξη, η ιδέα αυτή δεν είναι εύκολο να υλοποιηθεί. Δεν μιλάει κανείς εύκολα για τα ψυχικά πράγματα μπροστά σε κοινό, ανάμεσα σε σχεδόν άγνωστους ανθρώπους. Κάτι που είναι εντελώς αναμενόμενο και σεβαστό. Διότι δεν είμαστε σε συνεδρία θεραπευτικής ομάδας, ούτε σε σεμινάριο αυτογνωσίας κλπ. Όμως η ιστορία δείχνει, (μια που τωρα τα καφε ψ έχουν μια κάποια ιστορία πίσω τους), πως πάντα θα γίνει μια συζήτηση γύρω από τα αναδυόμενα θέματα.  Από λίγο ως πολύ κάτι από τα σκοτάδια του υποσυνείδητου θα καταφέρει να βγει στο φως, αυθόρμητα, χρησιμοποιώντας σαν όχημα το ανάγνωσμα. Κι αυτές οι στιγμιαίες αποκαλύψεις των συνειρμών, εκφρασμένες δημόσια ή όχι, είναι που δίνουν την αίσθηση της ευχαρίστησης. 

Από τους μόνιμους και πολύτιμους συντελεστές του καφε-ψ, τους ηθοποιούς μας Δημοσθένη, Ευαγγελία και Μαρία θα ακούσουμε λοιπόν κείμενα, αποτέλεσμα μυθοπλασίας, που διεκδικούν ταπεινά μια θέση στα ράφια του Λεξικοπωλείου. Φυσικά, είναι κείμενα που γράφτηκαν από έναν ψυχαναλυτή, θα διαβαστούν και θα ακουστούν σήμερα με το φακό της ψυχανάλυσης.


Η ανάγνωση λογοτεχνίας, λέει ο Μωρίκης, είναι μια διαλεκτική διαδικασία παραγωγής, από την πλευρά του κειμένου, δεκτικότητας, από την πλευρά του αναγνώστη. Πάντοτε υπάρχουν επαγωγές, αναγωγές, κατασκευές, από την πλευρά του αναγνώστη. Η ανάγνωση όπως και η ακρόαση του λόγου (αυτό που γίνεται εδώ σήμερα) είναι μια ψυχολογική, ψυχοδυναμική διαδικασία, μέσα στην οποία ο ακροατής διαρκώς συνεισφέρει τα δικά του ψυχικά μορφώματα, τις δικές του εσωτερικές διεργασίες, με τις ιδιαιτερότητές τους.

Θα ακούσουμε λοιπόν δύο κείμενα, και ο καθένας θα κάνει τις επαγωγές, αναγωγές και κατασκευές του. Και ίσως μετά τα εκφράσουμε και τα συζητήσουμε. Αυτός ακριβώς είναι ο στόχος του καφε-ψ. Να αναδείξει την υποκειμενικότητα του αναγνώστη-ακροατή ως συνδημιουργού του κειμένου. Η πρόταση που μόλις ακούσατε είναι η κεντρική ιδέα του βιβλίου του Μωρίκη. Να γιατί θεωρώ πολύτιμη την συμμετοχή του εδώ.
Διαλέξαμε έναν έμμεσο τρόπο για να εκφραστούμε, ένα μονοπάτι που θα μας οδηγήσει στη συζήτηση και την επεξεργασία των κατασκευών. Το «μέσον» αυτό είναι το επιμέρους θέμα της συνάντησης:
ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΩΝ ΔΕΣΜΩΝ ΑΙΜΑΤΟΣ.
Τα δυο κείμενα μιλούν για την δύναμη του δεσμού αίματος, που εμφανίζεται ανεξαιρέτως σε κάθε ανθρώπινη ζωή. Μια τεράστια δύναμη, θυελλώδης, που εμφανίζεται σε πολλές εκφάνσεις της και κινείται στον άξονα ανάμεσα στην δημιουργικότητα και την καταστροφή. Ανάμεσα στην υγεία του δεσμού και τα δεσμά του αδιέξοδου. Ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος. Ανάμεσα στο ζωοφόρο και το θανατηφόρο.

Κάποτε ο Σίγκμουντ Φρόιντ είχε πει στην κόρη του την ψυχαναλύτρια Άννα: «Θάπρεπε να είσαι μεγαλόψυχη με την αδερφή σου, αλλιώς θα καταλήξετε σαν τις δυο θείες σου που δεν συμπαθήθηκαν ποτέ στα νιάτα τους και που τιμωρήθηκαν με το να μην μπορούν να αποχωριστούν  ποτέ. Διότι η αγάπη και το μίσος δεν είναι πολύ διαφορετικά».
Ο μεγάλος θεωρητικός της αμφιθυμίας, με αυτή την απλή πρόταση συμπύκνωνε την αλήθεια που επικρατεί στην ανθρώπινη υπόσταση. Και στην περίπτωση των δεσμών αίματος η αμφιθυμία κρατάει κεντρικό ρόλο.

Δεν έχω σκοπό να σας ζαλίσω με τα θεωρητικά πάνω στην αμφιθυμία των δεσμών αίματος, ίσως ο Χάρης ως ικανότερος θεωρητικός και καλύτερος ομιλητής να δώσει μιαν επιστημονική άποψη για το θέμα. Εγώ κάνω απλά την εισαγωγή πριν ακούσουμε τα κείμενα, που γεννήθηκαν μέσα από τα εξής ερωτήματα:
1. Κατά πόσο το κοινό αίμα προσδιορίζει την ποιότητα και την δύναμη της σχέσης των ανθρώπων;
2. Η κοινότατη έκφραση «δεν επιλέγουμε τους συγγενείς μας» τι ακριβώς φέρνει στο φως; Είμαστε δέσμιοι του αίματος; Πως, αν ήταν να επιλέξουμε την καταγωγή μας (όπως τους φίλους μας) θα ήμασταν καλύτεροι; Η ζωή μας θα ήταν περισσότερο ισοροπημένη;
3. Υπάρχουν συγκρίσεις ανάμεσα στους δεσμούς αίματος και τους άλλους συναισθηματικούς δεσμούς; Πώς επικράτησε η έκφραση αδερφική φιλία; Ποιά είναι η θέση της αμφιθυμίας στον έρωτα ή στη φιλία;

Αυτά κι ένα σωρό άλλα αντίστοιχα ερωτήματα με βασάνιζαν όσο έγραφα το μυθιστόρημα Η Μία και η Άλλη, που ένα του απόσπασμα θα ακούσουμε απόψε.
Αλλά το πρώτο κείμενο που θα διαβάσουν τώρα οι ηθοποιοί μας, είναι γραμμένο λίγο νωρίτερα, όταν προφανώς είχα αρχίσει ήδη να προετοιμάζω το μυθιστόρημα.
Είναι ένα διήγημα. Ίσως να θυμάστε τον Νικηφόρο Φωκά τον ψυχαναλυτή, τον κεντρικό ήρωα των Διηγημάτων Ψ, της πρώτης μου συγγραφικής προσπάθειας.
Ε, λοιπόν, η συλλογή αυτή μεταφράστηκε στα γαλλικά αλλά ο γάλλος εκδότης μού ζήτησε να την μεγαλώσω, επειδή του άρεσε, λέει, δεν τούφτανε, ήθελε κι άλλο. Έτσι προστέθηκαν μερικά διηγήματα, μεταξύ των οποίων το Λάθος, που όπως θα ακούσετε είναι γραμμένο εντελώς μέσα στον καιρό των αναρωτήσεών μου για τους δεσμούς αίματος.

Προετοιμάζοντας την αποψινή βραδιά κοίταξα στο λεξικό το λήμμα «Δεσμός αίματος». Βρήκα δύο ορισμούς:
1.     Δεσμός συγγενείας που προκύπτει από κοινή καταγωγή.
2.     Εξαιρετικά στενός δεσμός ανθρώπων που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ένταση φιλικών ή εχθρικών συναισθημάτων.
Χάρηκα με αυτή την ανακάλυψη. Έτσι ο τίτλος του σημερινού καφέ ψ καλύπτει όλο το φάσμα των δυνατών σχέσεων, και όχι απαραίτητα τους οικογενειακούς δεσμούς, τους κλασικούς «δεσμούς εξ αίματος».


Δίνω τώρα το μικρόφωνο στην Μαρία, την Ευαγγελία και τον Δημοσθένη. Το καφέ ψ αρχίζει. Σας εύχομαι καλή ακρόαση και καλές «επαγωγές, αναγωγές και κατασκευές» κατά την Μωρίκια έκφραση









ΚΕΙΜΕΝΑ

Κείμενο 1, διήγημα.

Το λάθος.
Ο Ευγένιος είχε να βγει από το σπίτι του πέντε μέρες, δηλαδή από την περασμένη Τετάρτη που πήγε στην συνεδρία του. Η εφιαλτική πλατεία Αριστοτέλους, πήχτρα στον κόσμο ένα τέτοιο όμορφο απόγεμα, φαντάζει στα μάτια του σαν ωκεανός φουρτουνιασμένος, απροσπέλαστος. Διαισθάνεται πως δεν απέχει πολύ απ’ την απόφαση να ξαναγυρίσει στην ησυχία της μοναξιάς του, χάνοντας το ραντεβού. Έτσι γίνεται τώρα τελευταία. Οι μοναδικές έξοδοι από το διαμέρισμα της οδού Ολύμπου, γίνονται, αποκλειστικά, για τις δύο εβδομαδιαίες επισκέψεις στο γραφείο του ψυχολόγου. Κι αυτό, όταν καταφέρνει να παρακάμψει την δυσκολία και τον πανικό που του δημιουργεί η πολύβουη  πλατεία Αριστοτέλους.
Ο Φωκάς του το έχει δηλώσει απερίφραστα. Είτε έρθει στο προγραμματισμένο ραντεβού είτε όχι, εκείνος θεωρεί την συνεδρία οφειλόμενη. Δηλαδή θα πρέπει, απαραιτήτως, να του πληρώσει τα πενήντα ευρώ, έτσι κι αλλιώς. Κι ως τώρα, ο Ευγένιος τηρεί την συμφωνία, τα μισά σχεδόν χρήματα που έχει δώσει στον ψυχαναλυτή του αφορούν «συνεδρίες» που έκαναν καθένας μόνος του, ο Φωκάς περιμένοντας, κι ο Ευγένιος μπροστά στον υπολογιστή του, στην οδό Ολύμπου.

Για τον νεαρό φοιτητή με το παλιομοδίτικο όνομα «Ευγένιος», η ψυχανάλυση είναι μια πολύ περίεργη υπόθεση. Ένα χρόνο τώρα προσπαθεί να καταλάβει τι γίνεται μέσα σ’ αυτό το άνετο και συμπαθητικό, κατά τα άλλα, γραφείο. Πηγαίνει, όταν πηγαίνει, ξαπλώνει σε ένα ντιβάνι κι από πίσω του κάθεται ο Νικηφόρος Φωκάς. Ο αναλυτής τού ζητάει να μιλήσει για ό, τι περνάει απ’ το μυαλό του, κι αυτό εκνευρίζει τον Ευγένιο. Γιατί του έχει ήδη πει εκατό φορές τι περνάει από το νου του: Ότι δεν μπορεί, χωρίς παρέα, να διασχίσει μεγάλο δρόμο, πλατεία ή οποιονδήποτε εξωτερικό χώρο γεμάτο κόσμο. Αυτό! Αυτό και τίποτα άλλο. Πώς αλλιώς να το πει, δεν σκέφτεται απολύτως τίποτα, δεν έχει να διηγηθεί το παραμικρό που να είναι άσχετο με την βασανιστική εμπειρία της πολυκοσμίας.
Ε, λοιπόν, αυτό το απλό πράγμα, ο Φωκάς δεν το αντιλαμβάνεται. Ή είναι εντελώς ηλίθιος ή κάνει επίτηδες τον χαζό για να τον οδηγήσει, υποτίθεται, σε «θεραπεία». Ναι, αυτή ακριβώς είναι η μαγική λέξη, η υπέρτατη ανάγκη και ελπίδα του Ευγένιου. Αυτό ψάχνει! Γι αυτό ήρθε στον Φωκά, γι αυτό ξοδεύει τόσα χρήματα, αυτό ζητάει, αυτό περιμένει! Την θεραπεία!

Εκείνος, τίποτα. Χαμένος στην ψυχαναλυτική κοσμάρα του! Δεν λέει λέξη, ακούει μονάχα την γκρίνια τού ξαπλωμένου φοιτητή, που σκέφτεται πως η φοιτητική του ιδιότητα τείνει στην …αιωνιότητα. Ναι, ο Ευγένιος πλησιάζει τα τριάντα, βιάζεται, δεν μπορεί να περιμένει πότε ο κύριος ψυχαναλυτής θα αποφασίσει να ασχοληθεί με το ...«θέμα του». Το θέμα του είναι καυτό και επείγον κι ο Φωκάς δεν φαίνεται να βιάζεται. Μάλιστα, μια φορά του είπε αδιάφορα πως τα συμπτώματα δεν τον ενδιαφέρουν πως θα ήθελε να τον ακούσει να μιλάει για την ζωή του γενικότερα, για τα προβλήματα, τις αμφιβολίες και τα αδιέξοδα που συναντάει στην καθημερινότητά του. «Μα τι προβλήματα; Με κοροϊδεύει;» είχε σκεφτεί τότε ο Ευγένιος. «Το πρόβλημά μου είναι ένα και μοναδικό: δεν μπορώ να είμαι με κόσμο, δεν μπορώ να αντιμετωπίσω τους άλλους. Η ζωή μου είναι μια κόλαση!». Τόσο δύσκολο είναι να το καταλάβει ο Φωκάς, να του πει τι να κάνει, πώς να φερθεί, πώς να βγει από τον φαύλο κύκλο του πανικού όταν είναι με άλλους ανθρώπους;

Μάλλον ναι, δύσκολο πρέπει να είναι! Μόνο μια φορά φάνηκε να καταλαβαίνει κάτι, μια και μοναδική φορά υπήρξε, που ο αναλυτής έδειξε έκπληξη και ενδιαφέρον, που επιτέλους μίλησε. Αλλά τότε, αντέδρασε σε μιαν εντελώς άσχετη κουβέντα του Ευγένιου, κάτι που ήταν έξω από τα πραγματικά ενοχλητικά του προβλήματα, τα μπλοκαρίσματα της καθημερινότητας. Του είχε ξεφύγει μια σκέψη που τυχαία την εκμυστηρεύτηκε στον Φωκά.  Βλακωδώς άφησε να εννοηθεί πως είχε κάποιες αμφιβολίες για την πατρότητά του, πως είχε κάποια στοιχεία που του έβαζαν υποψίες πως ο πατέρας του δεν ήταν αυτός που τον έσπειρε στην κοιλιά της μάνας του. Έκανε λοιπόν την βλακεία να πει αυτό το άσχετο και άνευ σημασίας πράγμα, κι ο Νικηφόρος επιτέλους αντέδρασε, δείχνοντας έντονο ενδιαφέρον να μάθει περισσότερα. Όμως τι σχέση έχει αυτό με το θέμα της αγοραφοβίας του; Κατά τον Ευγένιο, απολύτως καμία. Ο Φωκάς όμως υπονοεί, και πάλι δίχως να χρησιμοποιεί ξεκάθαρα λόγια, πως κάτι υπόγειο και αόρατο συνδέει τα δύο αυτά πράγματα. Μπούρδες! Το βασανιστικό, το μοναδικό θέμα τής ζωής του είναι το γνωστό, ας το πει πάλι, ας το επαναλάβει, αφού ο ψυχαναλυτής αρνείται σθεναρά να το αφομοιώσει. Να! και σήμερα γι αυτό πηγαίνει. Να του τα ξαναπεί!

Διασχίζει με κόπο την πλατεία. Στο αυτί, κολλημένο το κινητό, κάνει δήθεν πως συζητάει με κάποιον, έτσι για να φεύγει ο νους του από τον διάχυτο κίνδυνο που καραδοκεί τριγύρω, να ξεχνιέται ότι βρίσκεται ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους περιπατητές. Εκείνους, τους παρατηρεί να βολτάρουν αμέριμνα, απολαμβάνοντας τη λιακάδα. Με τις παρέες τους, τις οικογένειες και τους φίλους τους, με τα αστεία και τα σοβαρά τους. «Κανονικοί άνθρωποι δηλαδή. Όχι σαν εμένα, τον ιδιόρρυθμο, τον απροσάρμοστο, τον φοβισμένο νεαρό που κάνει πως μιλάει σ’ ένα βουβό τηλέφωνο για να παίρνει κουράγιο. Ως πότε πια; Κουράστηκα! Θέλω να ξεμπερδεύω», σκέφτεται στεναχωρημένος.
Καμιά φορά, ιδίως σε κάτι τέτοιες στιγμές έντασης, αναρωτιέται μήπως αυτός ο βλάκας ο Φωκάς έχει λιγάκι δίκιο να υποδηλώνει μουλωχτά πως καλά θα ήταν να ξεκαθάριζε το θεματάκι αυτό με τον πατέρα του. Αν λοιπόν, λέμε αν!, αν μία στο εκατομμύριο έριχνε λίγο φως στην ιστορία αυτή, δηλαδή τι; Θα άλλαζαν όλα ξαφνικά και τέρμα και τα συμπτώματα κι οι αγοραφοβίες και όλα; Χλωμό του φαίνεται. Απ’ την άλλη, αυτός ο Φωκάς, τι στο καλό, ψυχαναλυτής είναι, με διπλώματα και περγαμηνές, μπορεί κάτι να ξέρει παραπάνω…

«Μπα, λέει φωναχτά στον φανταστικό συνομιλητή τού τηλεφώνου, μπα, δεν νομίζω, άσχετος είναι, σιγά τώρα μην υποθέσω πως θα έβγαζα κάτι αν το κουβέντιαζα με τον μπαμπά. Αλλά έτσι είναι οι ψυχαναλυτές! Επειδή δεν μπορούν να κάνουν κάτι για να σε βοηθήσουν, όταν τα βρίσκουν σκούρα σε τέτοιες μεγάλες φουρτούνες σαν τη δική μου, σου πετούν το μπαλάκι, σε στέλνουν να βρεις άκρη με τις ιστορίες των γονιών σου. Ε, λοιπόν όχι!, δεν θα του περάσει του Φωκά. Αυτός πληρώνεται για να με θεραπεύσει, δική του δουλειά είναι! Ας αφήσει τον πατέρα και τη μάνα μου στην ησυχία τους» μονολογεί συγχυσμένος.

Η αλήθεια είναι πως ο μπαμπάς όλο και κάτι υπονοούμενα αφήνει τώρα τελευταία. Κάτι χαζόλογα του τύπου «μα σε ποιόν μοιάζει αυτό το παιδί;» ή όπως τότε που του είπε: «Κάποτε πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά οι δυο μας για μερικά πράγματα...» και τέτοια κουφά που του ξεφουρνίζει κατά καιρούς. Φυσικά, για όλα τούτα δεν ανέφερε λέξη στον ψυχαναλυτή του, κι ας ήξερε πόσο θα χαιρόταν ο ψυχανώμαλος Φωκάς.
Ακόμα και προηγουμένως, σήμερα, καμιά ώρα πριν βγει, εκεί που έπαιζε στο κομπιούτερ καπνίζοντας, ο πατέρας του τηλεφώνησε στο σταθερό. Ήταν παραδόξως ευδιάθετος, κι ο Ευγένιος υπέθεσε πως τα μεσημεριανά τερψιλαρύγγια στα μεζεδοπωλεία που συχνάζει είχαν κάνει καλή δουλειά.

-Τι γίνεται γιε μου; του λέει. Είσαι για μια απογευματινή βόλτα; Έχει ωραίο καιρό, είναι χαρά θεού, ό, τι πρέπει για κουβεντούλα, έρχεσαι; Στις πέντε θα είμαι κέντρο, προσπάθησε! Κερνάω ό, τι θες, συμπληρώνει και του κλείνει ραντεβού σε ένα μαγαζί, χωρίς να περιμένει απάντηση.
Πάλι τα ίδια! Σκέφτεται ο Ευγένιος. Τι θέλει τώρα και δεν μ’ αφήνει στην ησυχία μου; Τι μ’ αναστατώνει; Αφού ξέρει τη δυσκολία μου!
Αστραπιαία πέρασε από το μυαλό του να δεχθεί την πρόσκληση και να γινόταν επιτέλους καμιά σοβαρή συζήτηση, αλλά γρήγορα το μετάνιωσε.

-Μπα, δε γίνεται, απαντάει. Δεν ψήνομαι. Θα μείνω σπίτι. Άντε γεια!
Κλείνοντας το τηλέφωνο θυμήθηκε ξαφνικά τη συνεδρία του! Ε, όχι δεν θα την έχανε πάλι! Αρκετά λεφτά πετάει έτσι αψήφιστα, με τη χαζομάρα του. Σήμερα, δεν γίνεται, θα πάει. Έχει να πει στον Φωκά τα συνταρακτικά νέα, πως έσπασε το ρεκόρ! Πέντε ολόκληρες μέρες δίχως να δει άνθρωπο! Με φαγητό απ’ την κατάψυξη, τσιγάρα σε ικανοποιητική παρακαταθήκη, χόρτασε παιχνίδι στον υπολογιστή. Πέντε εικοσιτετράωρα! Τι στο καλό, ούτε αυτό δεν θα τον εντυπωσίαζε, δεν θα ταρακουνούσε τον ασυγκίνητο και ατάραχο ψυχαναλυτή;

«Και κάτι ακόμα πριν κλείσω…» λέει στον υποτιθέμενο ακροατή στο κινητό, καθώς έμεναν λίγα τελευταία μέτρα πλατείας. «Ευτυχώς που αρνήθηκα μια συνάντηση με τον πατέρα μου, που ήθελε λέει να κουβεντιάσουμε. Είχα ξεχάσει πως ο Φωκάς με περιμένει στις πέντε, και σήμερα είμαι φορτωμένος πάλι, θα μ’ ακούσει! Θα του τα πω ξεκάθαρα, πως τζάμπα πληρώνω, πως θα πρέπει επιτέλους να κινητοποιηθεί, να κάνει κάτι, πως δεν πάει άλλο, πως τέρμα τα ψέματα και οι υποκρισίες! Δεν θα φύγω απ’ το γραφείο του αν δεν μου πει κάτι, αν δεν μου δώσει την κρυφή συμβουλή που θα με οδηγήσει στη θεραπεία! Εκείνος ξέρει, δεν γίνεται, ας μου αποκαλύψει λοιπόν τα μυστικά του! Ναι, τα’ χω πάρει άγρια μαζί του. Αυτά! Κλείνω τώρα, έφτασα. Τα λέμε!»

Η είσοδος της πολυκατοικίας του ψυχαναλυτή είναι τώρα σχεδόν μπροστά του. Κάνει τα τολμηρά βήματα ως εκεί, με το ύφος και την αποφασιστικότητα υγιέστατου ανθρώπου που βαδίζει στη μεγάλη πόλη. Όπως θα ήθελε να είναι! Όπως δεν ελπίζει πια πως θα ξαναγίνει.

Χτυπάει το κουδούνι, μια φορά, δύο, περιμένει, χτυπάει ξανά. Καμία απάντηση. Προσπαθεί πάλι. Τίποτα! Κοιτάζει το ρολόι. 5.02. χτυπάει πέμπτη φορά, κανείς. Αρχίζει να θυμώνει. Βγάζει το κινητό, 5.07. Βρίσκει το νούμερο, τηλεφωνεί. Μετά τις βλακείες «…αφήστε μήνυμα κλπ…» λέει με ζωηρή φωνή:

«Κύριε Φωκά, είναι πέντε και δώδεκα, δεν σας βρίσκω, αλλά να ξέρετε, αυτή την συνεδρία θα μου την πληρώσετε εσείς! Ευγένιος!» λέει κοφτά και θυμωμένα και κλείνει το τηλέφωνο, ενώ σκέφτεται πως δεν ήταν καθόλου ευγενικός. Θυμήθηκε τότε μια μικρή συνομιλία που είχε γίνει γύρω από το όνομά του.
-Γνωρίζετε την ετυμολογία του; είχε ρωτήσει ψυχρά ο ψυχαναλυτής.
-Ναι, από την «ευγένεια», ήταν η απάντηση του φοιτητή.
Αλλά μάλλον δεν έμεινε ικανοποιημένος ο αναλυτής του. Και με το δίκιο του. Γιατί ο Ευγένιος του είχε κρύψει την πραγματική σκέψη του, πως βγαίνει από το «ευ συν γένος», αλλά δεν το είπε γιατί θα το πήγαιναν πάλι σε …γονείς και γένη και πατρότητες, κι αυτά ο Ευγένιος ήθελε να τα αποφύγει. Έτσι καθάρισε λέγοντας  «από την ευγένεια».

Ξαναχτυπάει για επιβεβαίωση, κανείς. Τώρα είναι πια πέντε και είκοσι. Μες στο θυμό του, και φυσικά μέσα στην αβάσταχτη σκέψη να ξαναδιασχίσει την πλατεία, θυμήθηκε τον πατέρα του. Αυτό ήταν! Θα πήγαινε, θα τον έβρισκε! Αυτό θα κάνει! Η τέλεια ευκαιρία, το απρόσμενο γεγονός, η μεγάλη στιγμή! Στο μυαλό του φουντώνει η ορμή για θυμούς, για κουβέντες, για ξεκαθαρίσματα λογαριασμών. Περνάει απέναντι τρέχοντας, δυο στενά πιο κάτω ήταν το μαγαζί που περιμένει ο πατέρας, ο μπαμπάς του, πραγματικός ή όχι, όποιος είναι τέλος πάντων, αυτός είναι, αυτός θα είναι για πάντα ο γονιός του. Θα πάει να τον βρει, και ας βριστούν, ας μιλήσουν, ας ξεκαθαρίσουν…

Μέσα στο σύννεφο της δύναμης που τον τυλίγει και τον σπρώχνει, νιώθει αναστατωμένος όσο ποτέ. Σχεδόν τρέχει από φόβο μην τον χάσει κι αυτόν, όπως τον Φωκά. Συνειδητοποιεί ξαφνιασμένος πως τίποτα δεν τον ενοχλεί, ο κόσμος δεν υπάρχει, οι δρόμοι είναι ανοιχτοί, τρέχει ιδρωμένος, λαχανιασμένος πλησιάζει το μαγαζί, η αγωνία του κορυφώνεται και, ξαφνικά, τα πόδια του λυγίζουν νιώθει πως θα σωριαστεί. Το κατάστημα είναι έρημο, στην πόρτα διαβάζει ένα χαρτί:
Σήμερα, Καθαρή Δευτέρα, είμαστε κλειστά. Από αύριο πάλι, σας περιμένουμε.

Ο Ευγένιος στέκεται μπροστά στην κλειδωμένη πόρτα και ξαναδιαβάζει τις λέξεις μία-μία. Νιώθει με έκπληξη πως τα μυστήρια της ψυχής του αρχίζουν να ξεδιαλύνουν. Αισθάνεται δυνατός, απίστευτα ακμαίος, αλλά και αστείος με την γκάφα του. Τι ηλίθιος που είναι! Του το είχε πει ο Φωκάς, «Την Δευτέρα δεν θα συναντηθούμε, σας περιμένω την Τετάρτη!» Αλλά αυτός ο βλάκας το ξέχασε.
Αποφασίζει να διασχίσει ψύχραιμα την πλατεία Αριστοτέλους. Η κουβέντα με τον μπαμπά του δεν έγινε μεν σήμερα, αλλά σίγουρα πλησιάζει. Μετά απ’ αυτή την απόφαση νιώθει ελεύθερος. Όμως για σιγουριά, βγάζει το κινητό του να το έχει πρόχειρο. Αν χρειαστεί, θα μιλήσει στον υποτιθέμενο ακροατή. Και μάλλον θα έχει ζουμερά και ανατρεπτικά πράματα να του πει!









Κείμενο 2, απόσπασμα από το μυθιστόρημα Η Μία και η Άλλη.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ
...
Είχε πια νυχτώσει όταν μπήκε στο κέντρο και τράβηξε προς τα βόρεια. Αισθάνεται μια πρωτόγνωρη αναστάτωση, σαν το αδιάβαστο μαθητούδι που πάει για εξετάσεις. Τα χέρια του ιδρώνουν στο τιμόνι, το κεφάλι του βουίζει, αλλά δεν πρόκειται να αλλάξει τα πλάνα του, η επίσκεψη αυτή πρέπει να γίνει τώρα, το μαχαίρι έφτασε πια στο κόκαλο.
Όταν πλησίασε στον «πύργο» τα παράθυρα ήταν κλειστά και θεοσκότεινα. Ανησύχησε μην διάλεξε λάθος ώρα, μην ναυαγήσει άκαρπη η επιχείρηση, πριν ακόμα ξεκινήσει.

ΜΑΡΙΑ
Ένα χοντροκομμένο σκουριασμένο κουδούνι στην εξώπορτα που ο Αχιλλέας πάτησε με δύναμη, αντήχησε ως το πεζοδρόμιο όπου βρισκόταν. Αμέτρητα σκυλιά πήραν να γαυγίζουν αγριεμένα πίσω από το φράχτη, πριν φανεί να ανάβει ένα δειλό φως ανάμεσα στα πυκνά αγιοκλήματα. Η φωνή της Κάλλης ακούστηκε βροντερή και αυστηρή, τα ζωντανά σώπασαν αυτόματα.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ
Τον δέχτηκε στο σαλόνι. Αύγουστος μήνας, καυτό βράδυ, κλειστά πορτοπαράθυρα, χαμηλό ξεθωριασμένο φως στο ταβάνι. Μια αποπνικτική ατμόσφαιρα κλεισούρας και αμφίβολης καθαριότητας, που, αν δεν ήταν αποφασισμένος τόσο, θα είχε ήδη εγκαταλείψει πάραυτα.
Εκείνη δεν ήταν επιθετική μαζί του. Αφού ηρέμησε τα σκυλιά που τριγυρνούσαν ανάμεσά τους ανασαίνοντας βαριά, τον ρώτησε αν θέλει ένα ποτό. Ο Αχιλλέας δέχτηκε ευχαρίστως.
-Υπάρχει κονιάκ. Πέντε αστέρων. Ελπίζω να σου κάνει, λέει κοφτά η Κάλλη βγάζοντας δυο ποτήρια.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ
Αν και θα προτιμούσε κάτι πιο δροσιστικό, το αλκοόλ τον χαλάρωσε λιγάκι. Ρώτησε αν μπορεί να καπνίσει.
-Δυστυχώς όχι, ήταν η απάντηση, που δεν του προκάλεσε έκπληξη. Σκέφτηκε όμως, πως ευχαρίστως θα άναβε ένα τσιγάρο παρά την απαγόρευση, κι έβγαλε το πακέτο και τον αναπτήρα. Ανέβαλε προς στιγμή την πρόκληση, όντας όμως σίγουρος πως θα το κάνει στα επόμενα λεπτά.

ΜΑΡΙΑ
Ο Αχιλλέας ήταν σύντομος και ξεκάθαρος στα λόγια του. Εξήγησε στην θεία του τον λόγο της ξαφνικής του επίσκεψης χωρίς συναισθηματισμούς και άλλες προεκτάσεις ψυχολογικού τύπου. Αν και είχαν να συναντηθούν κάποια χρόνια του φάνηκε ίδια κι απαράλλαχτη. Μια στυφή, ξερακιανή γυναίκα, μόνη, ιδιόρρυθμη, απρόβλεπτη.
-Επιστρέφω από το Πήλιο, ήταν χτες η κηδεία του Αναστάσιου Ντυπόν.
-Ποιος είναι ο Ντυπόν; ρωτάει η θεία και ο Αχιλλέας συνειδητοποιεί πως οι σημερινές συνθήκες ζωής τής Μίας είναι παντελώς άγνωστες στην αδερφή της.
-Ξέρεις ίσως πως η μάνα μου ζει εδώ κι ένα χρόνο στη Λεωφόρο Νίκης σε συγκατοίκηση…
Πριν τελειώσει την πρόταση η Κάλλη τον διακόπτει:
-Μου το είπε, αλλά σε τι με αφορούν όλα αυτά;

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ
Χωρίς περιστροφές ο Αχιλλέας τής θέτει την διπλή ερώτηση. Θέλει να μάθει τι γνωρίζει η αδερφή της Μίας για την πατρότητα της Άλλης. Καθώς και ποια είναι η άποψή της για το θέμα που την αφορά πιο άμεσα, δηλαδή το υποβόσκον μυστικό για την εξωγαμιαία δραστηριότητα της γιαγιάς του, της οποίας υποτίθεται ότι η Κάλλη ήταν ο καρπός.
Τελειώνοντας την διπλή του ερώτηση, ανάβει ένα τσιγάρο.
Η θεία σηκώνεται, βγάζει ένα σταχτοδοχείο από τον μπουφέ, το αφήνει δίπλα του στο τραπεζάκι. Κάνει τις κινήσεις αμίλητη, με ένα αδιόρατο χαμόγελο στα χείλη. Κάθεται απέναντί του, σταυρώνοντας τα πόδια. Έχει αποφασίσει να μιλήσει.

ΜΑΡΙΑ
-Τι βλακείες είναι πάλι αυτές; Άφησε τώρα η μάνα σου τις φαντασίες της για μένα κι έπιασε την φίλη της! λέει με υπόκωφη κακία. Θα σου απαντήσω γι αυτά που ξέρω, τα υπόλοιπα βρες τα αλλού. Αυτά που ξέρω, λοιπόν, είναι τα δικά μου, θα σου τα πω χωρίς να μπω στις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Σε πληροφορώ, αγαπητέ Αχιλλέα, πως χάρη στην πρόοδο τής επιστήμης έμαθα πριν τέσσερα χρόνια πως είμαι γνήσιο παιδί του παππού σου, πως άδικα έφαγα τόση λάσπη στη μούρη όλα τα  χρόνια, κι εγώ και η μάνα μου. Από τότε που το διαπίστωσα επίσημα, αρνούμαι να δω όλους εκείνους που μου φόρτωσαν την ρετσινιά της μπάσταρδης.
Τώρα για την άλλη που με ρωτάς, αν θες τη συμβουλή μου, κρατήσου μακριά. Οι φαντασιώσεις των ανθρώπων για περίπλοκα οικογενειακά μυθιστορήματα είναι απύθμενες. Κάτι φαίνεται πως ερεθίζει τον κόσμο να ψαχουλεύει στα ερωτικά των άλλων. Εγώ που έζησα μέσα στην υποψία, αυτό το καταδικάζω απερίφραστα. Στο κάτω-κάτω έχει τόση σημασία; Ποιος σου λέει πως οι δεσμοί αίματος είναι αυτοί που ορίζουν και την σχέση των ανθρώπων; Τα πάντα δεν είναι θέμα φαντασίωσης; Άλλωστε, τα διασημότερα εγκλήματα στις αρχαίες τραγωδίες δεν έγιναν μέσα στην οικογένεια; Δεν αφορούν πρόσωπα με το ίδιο αίμα, που πότε το ξέρουν και πότε όχι; Κι όποιος μιλάει για έγκλημα εννοεί πάθος. Εννοεί πλήρη αδυναμία εξισορρόπησης ανάμεσα στα αισθήματα μίσους και αγάπης.
Αν όντως με τη μάνα σου δεν είχαμε το ίδιο αίμα, ίσως σήμερα να είχαμε κάτι να μοιραστούμε. Τώρα μοιραζόμαστε μονάχα την πίκρα της αδικίας. Αυτό μας χώριζε πάντα, αυτό μας χωρίζει και τώρα, με τη βούλα της επιστήμης πια. Το Μεγάλο θέμα του αίματος!
Άντε, δώσε μου ένα τσιγάρο, λέει εξουθενωμένη.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ
Στο μυαλό τού αποσβολωμένου ανιψιού ο χαρακτηρισμός «απρόβλεπτη» μοιάζει λίγος. Της αφήνει το πακέτο και σηκώνεται. Είναι μούσκεμα στον ιδρώτα.
...


Ακολούθησε συζήτηση και ανταλλαγές απόψεων, το θέμα φαίνεται πως έχει ανεξάντλητο ενδιαφέρον κι έτσι αποφασίσαμε να το κρατήσουμε για τις επόμενες συναντήσεις μας.




Για άλλη μια φορά το καφέ Ψ εξελίχθηκε σε ζεστό και φιλικό κλίμα.





Τις φωτογραφίες μας έστειλαν οι φίλοι Νίκος Ζωιόπουλος και Νίκος Αγγελίδης.
Επόμενες συναντήσεις Καφέ ψ στο Λεξικοπωλείο: Παρασκευή 30/01/15, 20/02/15 και 20/03/15.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου