Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Κριτική Διονύση Παπακώστα

Ο φίλος συγγραφέας Διονύσης Παπακώστας, μου έστειλε την ακόλουθη κριτική τού μυθιστορήματος Αγαπητέ μου κύριε Ψ.
Τον ευχαριστώ από καρδιάς.

ΑΓΑΠΗΤΕ ΜΟΥ ΚΥΡΙΕ Ψ
ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ
Αγαπητέ φίλε Γιάννη Βαϊτσαρά, 
Κριτικός λογοτεχνίας δεν είμαι,
λογοτεχνίας έργα κρατώ,
κριτικές δεν ασκώ,
το συναίσθημα κρατώ
και τις σκέψεις μου κι αυτές τις γράφω
με τον κοντυλοφόρο που κρατώ.
Αρχίζω την ανάγνωση, παγιδεύομαι αυτοστιγμεί σε ένα λογοτεχνικό χωρόχρονο, σ’ ένα περιβάλλον γοητευτικό, συναισθηματικό και σφραγισμένο από τη ψυχανάλυση που από μικρός τόσο αγαπώ.
Αναπόφευκτα, απ’ της ψυχικής ζωής τη νομοτέλεια, πλανιέμαι στις σκέψεις, στα συναισθήματα, στην σπάνια παραμυθία που χαρίζει η έμπνευση του συγγραφέα. Το ταξίδι ξεκινά και εγώ με χαρά καταπιάνομαι να καταγράψω τις σκέψεις που γεννά μέσα μου:
Ο συγγραφέας, νους παρατηρητικός, εστιάζει στις φαινομενικά αμελητέες (εντός εισαγωγικών) λεπτομέρειες, οι οποίες όμως έχουν τη δύναμη να σκηνογραφούν με ακρίβεια τον περιβάλλοντα χώρο και χρόνο και μ’ αυτό τον τρόπο σε βάζει, δίχως καλά-καλά να το καταλάβεις, μέσα στον κόσμο του κειμένου…
Εκμεταλλευόμενος έντεχνα διάφορες αφορμές, μας προσφέρει περιγραφές που στόχο τους έχουν να επισημάνουν τις ψυχικές καταστάσεις των ηρώων του, σαν το σιάξιμο ας πούμε των μαλλιών με το ένα ή και τα δυο χέρια, ή άλλες κινήσεις ψυχικής εκτόνωσης, καθρεφτίζοντας έτσι παραστατικά μια κινησιολογία θεματικών ψυχικών αντιδράσεων, φόβου, πανικού, αμηχανίας, αγωνίας, ώθησης προς αναζήτηση, ανακούφισης από την αποφυγή μιας καταστροφής.
Νιώθω στ’ αλήθεια γοητευμένος απ’ αυτή την αρχιτεκτονική θαρρείς απόδοση των έντονων στιγμιαίων αντιδράσεων που μας διαπερνούν όλους όταν βρισκόμαστε σε κατάσταση αδυναμίας. Εξίσου όμως λεπτομερειακή είναι και η καταγραφή των προαποφασισμένων ψυχικών αντιδράσεων που εκφράζονται μέσα από τη σκέψη, καταγραφή χρωματισμένη με όλες τις σχετικές αποχρώσεις, που κάνει αισθητή την καταλυτική αναγκαιότητα της όποιας στιγμής και υπηρετεί το έργο της κατανόησής της μέσω της επικεντρωμένης στόχευσης.
Μια ιδιαίτερη πράγματι ελκυστικότητα εμπεριέχεται μέσα στη γραφή του Γιάννη Βαϊτσαρά, μια γητευτική ελκτική δύναμη που δεν τη συναντάς παρά σπάνια στους ελάχιστους ομοτέχνους του συγγραφείς που έχω διαβάσει, και συνάμα μια θαυμαστή όντως έκφραση ενός απόλυτου ρεαλισμού απέναντι στη ζωή και στο θάνατο που διαπερνά όλα τα βιβλία του και με ωθεί πάντα να εκφράζω τη συγκίνησή μου από την ανάγνωσή τους… Και όπως γράφει κι ο ίδιος στις σελίδες (26-27) του “Αγαπητού κύριου Ψ”:
«Απόλαυσε, λοιπόν, μια κοινότατη απλή μέρα, όπως γίνεται πολλά χρόνια τώρα, που ζει μέσα στην απόλυτα καθησυχαστική και ξεκούραστη “γυάλα” της καθημερινότητάς του. Τα γηρατειά δεν τον αφορούν προς το παρόν, θα έλεγε δε ευχαρίστως πως τα εβδομήντα είναι η νεότητα του γήρατος. Έχει μπροστά του αρκετό καιρό για να σκεφτεί, αν χρειαστεί, την απόσυρση και την πλήξη της τρίτης ή και της τέταρτης ηλικίας.
Έτσι πέρασαν οι ώρες του, ακούγοντας προβλήματα και αδιέξοδα ανθρώπων πολύ νεότερων από κείνον που ψάχνουν στο γραφείο και στο ντιβάνι του ανακούφιση και σιγουριά. Νομίζει πως ψάχνουν προπαντός ελπίδα και διαβεβαίωση πως μπορούν ακόμη να αναμετρηθούν με τον απάνθρωπο και απόλυτο άρχοντα του χρόνου και της ζωής. Με τον παντοδύναμο και αμείλικτο Θάνατο».
«Όταν τελείωσε τις συνεδρίες του όμως, για να είναι ειλικρινής, θυμήθηκε πως ήταν η μέρα των γενεθλίων του, αλλά προσποιήθηκε πως δεν τον ενδιαφέρει, πως θα ήθελε να περάσει η βραδιά του ήρεμα και ταπεινά, με τη χαμηλότονη και λίγο βαρετή ευτυχία που έχει συνηθίσει. Όλα τούτα όμως ήταν προγράμματα αυθαίρετα, πλάνα εγωκεντρικά, αγνοώντας τη δύναμη και την τεράστια σημασία που μπορεί να έχει ο “άλλος” στη ζωή μας».
Ο “ΆΛΛΟΣ”, λέξη συμβολική, σημαντική, κομβική, καθοριστική. Στο διάβασμα της λέξης “άλλος”, ταράχτηκα, συγκινήθηκα έντονα, κάποιοι λυγμοί ανέβηκαν ανεξέλεγκτα, ένιωσα να βρίσκομαι και εγώ στο ντιβάνι, δεν πρόλαβα να σκεφτώ την αυτό-ανάλυσή μου  που με οπλίζει στα περισσότερα από τα εξήντατέσσερά μου χρόνια, διολίσθησε η ψυχή μου στις αποχρώσεις, όχι του γκρι αλλά του “Ο ΑΛΛΟΣ”, ο κοινωνικός, ο βιωματικός, ο άλλος του καθρέφτη, ο άλλος στο βλέμμα του άλλου, ο άλλος στα βλέμματα των άλλων, ο άλλος της ζωής, ο άλλος του ερωτισμού, ο άλλος του έρωτα, ο άλλος του πόθου, ο άλλος του πάθους, ο άλλος της νεκροφάνειας, ο άλλος του θανάτου.
Συνεχίζω ωστόσο το διάβασμα και αντιλαμβάνομαι ότι ο συγγραφέας έχει ανακαλύψει και είναι ικανός να εκφράζει και να μεταδίδει την έννοια του δώρου, το δώρο το πραγματικό και δώρο το άυλο, της ψυχής, του αισθήματος, του έρωτα, αλλά ακόμη και το άυλο και ταυτόχρονα πραγματικό δώρο, την πραγματική αγάπη της ζωής, το βλέπω καθαρά ειπωμένο στις σελίδες 30-31, όταν αναφέρεται στο ανείπωτο, το ανέκφραστο αλλά, παρά ταύτα, ζωντανό πραγματικό.
Μετά, στην πορεία, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, έρχεται η ώρα να ανακαλύψει το πρόβλημα: 
«Αυτό ακριβώς θεωρεί πως είναι το πρόβλημα! Η ηλικία, ο χρόνος που περνάει ερήμην μας, και μαζί του έρχονται και φεύγουν οι μόδες και οι συνήθειες. Τα τατουάζ όμως μένουν, κι όταν τα χρόνια περάσουν, στο γερασμένο κωλαράκι της Εβίτας του θα μείνει ρυτιδιασμένη η δική του σφραγίδα, που εκείνη, σε μια ερωτική τρέλα της νεότητας, κόλλησε ανεξίτηλα, εν αγνοία του».
Εδώ το συνειρμοφόρο (sic) μυαλό μου ταξιδεύει στις παροιμίες, τις συμπυκνώσεις σοφίας του θυμόσοφου λαού:
-       Τα χρόνια φεύγουν σαν νερό και οι μήνες σαν διαβάτες
-       Τώρα που έγινε η θάλασσα γιαούρτι χάσαμε τα κουτάλια
-       Κάθε πράγμα στον καιρό του και ο κολιός τον Αύγουστο
Για το ίδιο πράγμα μας μιλάει εξάλλου και το παλιό, πολύ παλιό πλέον, τραγούδι, το γεμάτο εμπειρία και συγκίνηση, του Αττίκ: 
Μαραμένα τα γιούλια και οι βιόλες
Μαραμένα και τα γιασεμιά
Μαραμένες κι οι ελπίδες μου όλες
Στης καρδιάς μου τη μαύρη ερημιά 
Κοιτάζοντας προς τη δύση, μέσα από το κείμενο ή με αφορμή το κείμενο, η δύση δεν χάνει την ευκαιρία να προβάλλει στην οθόνη της ζωής μας συγκίνηση, νοσταλγία, τρυφερότητα, δάκρυα. Αυτά είναι τα άνθη του κακού, της ύπαρξής μας, αν δεν έχουμε ζήσει, όπως ο πρωταγωνιστής, έστω και στο “κάλιο αργά παρά αργότερα”, για να είμαστε ικανοί να αποχωρήσουμε ήρεμοι και χορτάτοι.
Σαν ψυχαναλυτής ο συγγραφέας ασχολείται φυσικά και με την ορμή της ζωής, του ενστίκτου και με το σεξουαλικό αντικείμενο, την ζωοφόρο πηγή της ψυχής και του πνεύματος.
«Φυσικά, ο νους του πάει στην Εβίτα. Αν θέλει να είναι ειλικρινής, πρέπει να το ομολογήσει. Σ’ αυτήν και μόνο σ’ αυτή χρωστάει τη νεότητα που αισθάνεται! Όταν αγκαλιάζει το σώμα της, ξεχνάει εντελώς ηλικίες, γεράματα, θανάτους. Παίρνει τόση θέρμη, τόση αγάπη, τόσο πάθος, που εκείνη την ώρα θα στοιχημάτιζε πως όλοι οι καθρέφτες του κόσμου τρελάθηκαν, πως είναι ένας ακμαίος και δυνατός νέος άντρας, πως έχει μέσα κι έξω του την ορμή του νεαρού εραστή. Κι αυτό είναι ανεκτίμητο. Είναι ένα πολύτιμο και αμύθητο δώρο. Το ακριβότερο που θα μπορούσε να του δώσει άνθρωπος σ’ αυτή τη γη. Για να ακριβολογεί δεν είναι αυτό το δώρο της. Το πραγματικό δώρο είναι πως δεν νιώθει να του προσφέρει, να του δωρίζει κάτι. Είναι ανάγκη της, είναι επιθυμία της να τον αγκαλιάζει έτσι».
Ο λογοτέχνης Βαϊτσαράς αποδίδει με σαφήνεια και ρεαλισμό τις ψυχικές αντιδράσεις, τις τρυφερές εκδοχές του λόγου και τις “τσαχπινογαργαλιές” των παρθενικών νεανικών σκέψεων και των σωματικών εκφράσεων που αποβλέπουν στον επιθυμητό σκοπό. Ταξιδεύει, σαν τον Οδυσσέα θαρρείς, εκφράζει την περιπέτεια και επανέρχεται στη νηνεμία, στο χτίσιμο του μυθιστορήματος, δημιουργεί ένα ιδιαίτερα όμορφο παιχνίδισμα μεταξύ ψυχανάλυσης και λογοτεχνίας, και ταξιδεύει και τον αναγνώστη σε περιοχές, σε μνήμες, σε περιβάλλοντα οικεία για όσους έχουν βιώσει τα ανάλογα, αλλά και τους αμύητους ακόμη τους παρασύρει πιστεύω σε μια άυλη μυθοπλασία, σε μια άυλη, δίχως ρίζες στο παρελθόν, νοσταλγία. Μοιάζει τόσο με τη νοσταλγία που εκφράζουν διάφοροι φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι, όταν τους ακούω να λένε: “Μακάρι να είχα και εγώ μια πατρίδα, μια καταγωγή, από επαρχία, από χωριό”.
Ναι, είναι ένα μυθιστόρημα για όλους, για όλους τους χαρακτήρες, για ευαίσθητους, για γάιδαρους, για εγωκεντρικούς, για αρχηγικούς, για μονήρεις, για νορμάλ, για ιδιότροπους, για θρασείς, για μανιακούς, για νευρικούς, για νευρωτικούς, όλοι θα γαληνέψουν…
Εξοπλισμένος με λεπταίσθητη ευαισθησία ο ψυχαναλυτής συγγραφέας, παρατηρεί και αποτυπώνει ακόμη, με πολύ ζωντανό τρόπο, τον αποχωρισμό, τον χωρισμό που μέσα του περικλείει την, κατά τη γνώμη μου, ψευδαίσθηση που λέγεται ελπίδα, το κοινώς λεγόμενο “εις το επανιδείν”, όπως το μνημονεύει στο κείμενο.
Την προσοχή μου αποσπά όμως τώρα το “παλιό”, μια λέξη χαρακτηριστική, η οποία μες στο μυθιστόρημα επαναλαμβάνεται, τονίζεται, αφήνει ερωτήματα, καταλαβαίνω πως πρόκειται για μια λέξη-κλειδί στη θεώρηση του ψυχαναλυτή, το “παλιό” δίχως να μας μιλάει άμεσα σαν λέξη, διεισδύει εντούτοις μέσα στην καθημερινότητά μας και είναι προφανές πως κρύβει έννοιες που αναπτύσσονται διεξοδικά και ουσιαστικά στο μύθο/ιστόρημα που αρχιτεκτονεί ο Γιάννης Βαϊτσαράς, ας μην το λησμονούμε, είναι και αρχιτέκτονας…
Ανοίγω λοιπόν την πύλη της έννοιας “παλιό” και αρχίζω και σκέφτομαι λέξεις και έννοιες: παλιό, άχρηστο, κατεστραμμένο, για πέταμα, χρησιμοποιημένο-κάποτε χρήσιμο-, αξίας του τότε, το περασμένο, το βιωμένο της ψυχής μας, η νοσταλγία μας, ο νόστος, αυτό που χάσαμε, η ζωή μας, τα νιάτα μας, ο έρωτάς μας, οι επιθυμίες μας, η ορμή της ζωής μας, τα όνειρά μας, οι αναμνήσεις, οι συγκινήσεις, οι φαντασιώσεις. Όλα γίνονται σημεία αναφοράς για την εξέλιξη της ψυχαναλυτικής οπτικής, για την εξέλιξη του λογοτεχνήματος, αλλά ταυτόχρονα και κλωστές για το λογοτεχνικό κέντημα αυτού του απλού και ευαίσθητου ανθρώπου, του Γιάννη Βαϊτσαρά, που δίνει, πιστεύω, αφορμή σε κάθε αναγνώστη να ενεργοποιήσει τις ψυχικές του χορδές και να κατευθύνει την πνευματική του ικανότητα σε προσωπικούς προβληματισμούς και σε αυτό-ψυχαναλυτικές συνειδητοποιήσεις ενώ όσον αφορά τους κοντινούς του ανθρώπους, προσφέρει την ευρύτητα της οπτικής του και μια ας την ονομάσω άσκηση ψυχαναλυτικής παιδείας έτσι ώστε κατανοώντας να απομακρύνονται από τις στείρες κοινωνικές κατευθύνσεις.
Ο Βαϊτσαράς αναδεικνύει την καλοσύνη, τον ανθρωπισμό, τη δημοκρατικότητα, το όραμα αλλά και την αφιέρωση σε μια σταδιοδρομία που σκοπό της έχει έναν κόσμο ανθρώπινο, με ευαισθησία και ρομαντισμό, γι’ αυτό πιστεύω και πως αιωρείται στο πέλαγος των αναμνήσεων (σελίδα 56).
Στο προ-δημοσιευμένο εξάλλου κεφάλαιο “ΤΕΣΣΕΡΑ” που το μετονόμασε “ΧΟΡΟΕΣΠΕΡΙΔΑ”, διαφαίνεται συμπυκνωμένη όλη η γοητεία, η ένταση, η αλήθεια για τη ζωή, και για τον πλατωνικό έρωτα, τον άυλο, τον ανεκπλήρωτο, που σε αφήνει πετρωμένο και βουβό ως στήλη άλατος.
Παρ’ όλη την αθεράπευτη αγάπη μου για την ψυχανάλυση όμως, μου άρεσαν εξίσου και τα λογοτεχνικά ιντερμέδια του βιβλίου, τα απαλλαγμένα από το έντονο ψυχαναλυτικό στοιχείο. Χωρίς φυσικά να είμαι ούτε κατά φαντασία κριτικός λογοτεχνίας, βλέπω πολύ καθαρά πως υπάρχουν υπέροχες παρένθετες λογοτεχνικές σελίδες, απροσδόκητες και απολαυστικές που σπάζουν ευχάριστα την αγωνία της ροής της ιστορίας (σελ 109 για παράδειγμα).
Η γλυκύτητα πάλι στις περιγραφές, στις διηγήσεις, η διάχυτη νοσταλγικότητα, είναι παντού αισθητή, ιδίως βέβαια αν ο αναγνώστης έχει, όπως ο γράφων, βιώσει στο παρελθόν ορισμένες αντίστοιχες καταστάσεις. Αν αυτό δεν συμβαίνει και αν δεν διαθέτεις κιόλας ούτε εκείνη τη δημιουργική φαντασία την ικανή να πλάθει όνειρα και ονειροπολήσεις, ε, τότε θα βρεθείς μάλλον σ’ εκείνη τη θέση που βρίσκονται όσοι αποπειρώνται να συμβουλέψουν γονείς με κλήρια (παιδιά) ενώ οι ίδιοι είναι άκληροι.
Δεν πρέπει όμως να παραλείψω εδώ να κάνω μια προειδοποίηση: Επειδή ο Βαϊτσαράς περιγράφει τα έντονα συναισθήματα της ζώσας ύπαρξης, με καθαρά λογοτεχνικό τρόπο αλλά και καθαρά συλλεκτικό ψυχαναλυτικό τρόπο, επειδή ρίχνει φως στα παρασκήνια της ζωής, των βιωμάτων, των χαρακτήρων, των αντιδράσεων, με λίγα λόγια, στο δράμα της ύπαρξης και στο ψέμα της ζωής, γι’ αυτό ας μην τον διαβάσουν οι ψευδολάτρες, οι ψευτοχαρούμενοι, οι χαχανιστές. Στη ζωή και τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα εμπεριέχουν το δράμα, τη θλίψη, αυτό που, ποιητική αδεία, αποκαλώ υποφορά. Ωστόσο κι αυτοί ακόμη δεν θα αρνηθούν πως είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο.
Ένα εξαιρετικό βιβλίο που θα έπαιρνα το θάρρος να το χαρακτηρίσω και ως «βιβλίο πρακτικής ψυχανάλυσης» γιατί ενώ διαβάζουμε μυθιστόρημα, εντρυφούμε συγχρόνως και κατανοούμε άκοπα σχεδόν τις θεωρητικές συλλήψεις του “παππού” Φρόυντ.
Μα, όσο επίσης κι αν ακούγεται παράδοξο, συγκινημένος λέω πως, με τον τρόπο του, συγκαταλέγεται ταυτόχρονα και στα βιβλία εκείνα που ιστορούν την Εθνική Αντίσταση, αφού αναδεικνύει τις συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί μες στις σχέσεις των ανθρώπων καθώς βέβαια και το καταλυτικό πέρασμα του οδοστρωτήρα του χρόνου που επέφερε την αμείλικτη “εξέλιξή” τους.
Και έτσι ακριβώς, το τοπίο αλλάζει, η ιστορία ξετυλίγεται σαν μια διαδικασία καθημερινότητας, ψυχρή, ρεαλιστική, συνηθισμένη, άχρωμη, άγευστη, όπως δηλαδή η λεγόμενη πραγματικότητα, η πεζή, τρέχουσα, αδιάφορη πραγματικότητα, σαν μια διαρκή προσπάθεια να προλάβουμε το τραίνο της ζωής και της ύπαρξής μας, για να διαιωνίσουμε αυτή την καθημερινότητα.
Εδώ πραγματικά έχουμε να κάνουμε με την ώρα της αλήθειας, όχι την αλήθεια της ψυχανάλυσης, αλλά εκείνη της καθημερινής διαδικασίας της ζωής μας.
Ο ψυχαναλυτής συγγραφέας προβάλλει μπροστά μας το ασυμβίβαστο της ψυχανάλυσης με τη γραφή, μεταγράφει την ψυχρότητα των πραγμάτων στο γραπτό λογοτεχνικό λόγο, έτσι που να σε κάνει να μειδιάσεις, να μείνεις αμήχανος, να αδιαφορήσεις ή να νιώσεις εχθρότητα, και μας επισημαίνει ακόμη πως «κάποια στιγμή η αλήθεια θα λάμψει και μαζί της η τιμωρία» (σελ 207), γιατί, ως γνωστό, η αλήθεια είναι πικρή και διαβρωτική.
Η ιστορία εντέλει, ιστορημένη ακριβώς ως καθαρά ρεαλιστική καθημερινότητα, σου κεντρίζει το ενδιαφέρον για την εξέλιξή της, φανερώνει με σαφήνεια τις διαφορές των χαρακτήρων, φέρνει στο φως τις συνέπειες των ανεξίτηλων ψυχικών σφραγίδων του παρελθόντος (σελ 215-216). Στην ουσία, καταγράφει το τέλος του βιώματος, την επικράτηση του ρεαλισμού, --η ζωή συνεχίζεται με το δικό της ρυθμό, οι προσωπικές διακυμάνσεις είναι απλώς μέσα μας, ιδιωτικές, η καθημερινότητα είναι το καταπραϋντικό και ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός…
Βρίσκω αυτή την αλλαγή του τοπίου ενδιαφέρουσα σαν να είναι ένα άλλο μυθιστόρημα μέσα στο ίδιο μυθιστόρημα. Υπάρχει αποσυμφόρηση της έντασης, γι’ αυτό άλλωστε νιώθεις και χαρούμενος, ο πανδαμάτωρ χρόνος είναι πράγματι γιατρός, δεν παύει όμως να αφήνει τα ίχνη του, τις αναμνήσεις και τη νοσταλγία, εκείνο το ψυχικό αλλά και σωματικό άλγος, που γεννιέται από την ανεκπλήρωτη ώθηση για νόστο, για επιστροφή --στην ορμή της ζωής, στον πόθο, στο πάθος, στον έρωτα…
Διαφορετικά, ας σκεφτεί κανείς, αν δεν υπήρχε το άσπρο και το μαύρο πώς θα ένιωθε, πώς θα αντιδρούσε, τι θα γινόταν, τι θα χρειαζόταν. Μήπως αντί ψυχαναλυτή θα χρειαζόταν ψυχίατρο, νευρολόγο, για να μην αποθρασυνθώ δηλαδή λεκτικά και προτείνω την πουκαμίσα με τα μακριά εκείνα μανίκια…
Ταξιδεύοντας κι εγώ μέσα στο κείμενο του “Αγαπητού μου κυρίου Ψ”, άφησα να με συνεπάρει το κύμα της γραφής βιώνοντας και αναβιώνοντας εικόνες, καταστάσεις, συναισθήματα και εμπνεύσεις, πολύ συχνά μέσα σ’ ένα ψυχικό κλίμα θαυμασμού και σκέφτηκα ετούτη την απλή αλήθεια: τι άλλο τελικά καλύτερο αξίζει σ’ αυτή τη θλιβερή μας ύπαρξη από ένα τέτοιο ωραίο βιβλίο;
Ένα βιβλίο που όπως όλα τα καλά βιβλία, μπορείς να το ξαναδιαβάσεις, κι αν το προσέχεις δεν χάνεται, δεν φθείρεται, και προπαντός δεν ξεχνιέται, και σε παρηγορεί, έστω και αν τώρα στέκεται σιωπηλό στη βιβλιοθήκη σου, και πάλι με τον τρόπο του σε αναζητά και σε βρίσκει όταν θελήσεις να ζήσεις μαζί του την ένταση του έρωτα!
Για άλλη μια φορά
Ευχαριστώ θερμά
τον λογοτέχνη και φίλο
Γιάννη Βαϊτσαρά
Σεπτέμβριος 2016

Διονύσης Παπακώστας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου