Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΩΝ ΔΕΣΜΩΝ ΑΙΜΑΤΟΣ (2)

Παρασκευή 30/01/15
Καφέ Ψ

ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΩΝ ΔΕΣΜΩΝ ΑΙΜΑΤΟΣ (2)



βινιέτα του Νίκου Αγγελίδη


Καλησπέρα και καλώς ήλθατε στο καφέ ψ, καλώς ήλθατε στο Λεξικοπωλείο.

Είναι η δεύτερη συνάντηση με το ίδιο θέμα,
ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΩΝ ΔΕΣΜΩΝ ΑΙΜΑΤΟΣ.
Θα ακολουθήσει μια τρίτη,
την Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015.


Στην αποψινή συνάντηση θα διαβαστούν δυο δικά μου διηγήματα που προσπαθούν να εκφράσουν την πολυπλοκότητα των δεσμών αίματος. Δεσμοί που έχουν τη ρίζα τους στην οιδιπόδεια προβληματική, έμφυτη προδιάθεση του ανθρώπου. Στην ενόρμηση ζωής, που, εκείνη, πηγάζει από την αρχέγονη σωματική υπόσταση, πολύ πριν εξελιχθεί σε συναίσθημα ή σε ψυχική σύγκρουση.

Το πρώτο διήγημα λέγεται η Πιατοθήκη.
Το διαβάζει ο Δημοσθένης αλλά θα προσέξετε ίσως πως την ίδια αφήγηση θα μπορούσαμε να ακούσουμε από θηλυκό στόμα. Ο αφηγητής ή η αφηγήτρια διηγείται μια μακρινή ανάμνηση όπου, κατά τη γνώμη του-της η σχέση με τον αδερφό περνάει μέσα από την ενόρμηση. Περνάει μέσα από το ξύπνημα του οιδιπόδειου συμπλέγματος. Προσπαθεί έτσι με τον λόγο, με τον ελεύθερο συνειρμό μέσα στην ψυχανάλυση, να ξεδιαλύνει την πολυπλοκότητα αυτής της σχέσης.
Αν γεννηθούν κάποια ερωτηματικά από την ανάγνωση θα έχουμε την ευκαιρία, ελπίζω, να τα συζητήσουμε αργότερα.



Η ΠΙΑΤΟΘΗΚΗ

Στριφογυρίζει στο ντιβάνι, κοιτάζει περίεργα τον χώρο.
-Να σας πω κάτι; Το γραφείο σας εδώ, με όλα τούτα τα τακτοποιημένα βιβλία τριγύρω στα ράφια, μου φέρνει στο νου μια ξεκάθαρη εικόνα απ’ τα παλιά, δεν ξέρω αν εχει σημασία, αλλά αφού μου λέτε να λέω πάντα ό,τι περνάει απ’ το μυαλό μου ας σας την περιγράψω.
Μου είχατε πει κάποτε πως ορισμένες αναμνήσεις σφηνώνουν στο μυαλό κι εμφανίζονται απρόσκλητες στην ψυχανάλυση, ξεκομένες απ’ την πραγματικότητα και μάλιστα με επιμονή. Τώρα, αν δεν κάνω λάθος ο Φρόιντ είχε αποκαλέσει αυτό το φαινόμενο ανάμνηση-οθόνη ή κουρτίνα...
Τι να κρύβεται άραγε πίσω από την κουρτίνα; Θα δούμε. Εγώ θα σας πω ό,τι θυμάμαι, εσείς θα ερμηνεύσετε. Αν καταδεχτείτε ,βέβαια, να μου πείτε τη σκέψη σας.

Δεκαετία του εξήντα, στο σπίτι μας. Σας έχω μιλήσει τόσες φορές γι’ αυτό το σπίτι, ξέρετε, με τα ψηλά ταβάνια και τις φανέστρες πάνω απ’ τα παράθυρα, τη μοσχοβολιά ναφταλίνης και καθαριότητας, με τους γυάλινους στρόγγυλους γλόμπους ολόφωτους και με τα βελουδένια τραπεζομάντηλα τις μέρες γιορτής. Εκεί λοιπόν, στην τραπεζαρία, σε έναν τοίχο δίπλα στο πορτάκι τής κουζίνας, απλωνόταν η μεγαλόπρεπη πιατοθήκη. Ένα ξύλινο έργο τέχνης σε λευκή λάκα, με ράφια σ’όλο το μήκος του στρωμένα με άσπρες δαντέλλες όπου ακουμπούσαν όρθια τα δεκάδες πιάτα, στη σειρά μεν, αλλά με έναν πολύ ιδιαίτερο και χαρακτηριστικό τρόπο. Γέρνοντας ελαφρά προς το πάτωμα, το ένα κάλυπτε τη μισή ράχη τού άλλου, έτσι ώστε να φαίνονται κι αυτά σαν μια πορσελάνινη ανάποδη δαντέλλα ανοιγμένη προς το φως. Παρατηρούσα τα πιάτα με τις ώρες, τακτικά βαλμένα, χαμηλά τα μικρά, ψηλά τα μεγαλύτερα, φανταζόμουν πως ήταν πιασμένα αδερφικά απ’τον ώμο, έτοιμα, θα έλεγες, να σύρουν το χορό αγκαλιασμένα.

Στο κάτω μέρος της πιατοθήκης ήταν ο πάγκος με τα συρτάρια. Θυμάμαι κάτι πόμολα ολοστρόγγυλα, κούφια και κυρτά, σαν χουφτίτσες, που άπειρες φορές πλησίαζα και ψηλάφιζα, καθώς ήταν τα μόνα εξαρτήματα του επίπλου που ήταν προσβάσιμα για μένα τότε. Είχαν ανάγλυφες κάθετες χαρακιές με το χρώμα τους λιγάκι λεκιασμένο απ’ την χρήση.
Μια μέρα λοιπόν -πρωί ήταν σίγουρα- η μαμά σιγύριζε και τακτοποιούσε, γελαστή και φρέσκια, όπως πάντα, εγώ μάλλον θα ζωγράφιζα ή ονειροπολούσα κατά το συνήθειο μου. Το ραδιόφωνο μάς συνόδευε με τα ελαφρά τής εποχής, με τη ...Γιοβάννα ή τους αδερφούς Κατσάμπα, ίσως θυμάστε, αν και είστε σίγουρα νεώτερος από μένα...
Κάποια στιγμή, σταματάει τη δουλειά, χαμηλώνει τον ήχο στο ραδιόφωνο, έρχεται και με σηκώνει στην αγκαλιά της. Δεν ξέρω αν το έκανε συχνά αυτό, εγώ μόνο τότε θυμάμαι να είμαι έτσι ανακούρκουδα πάνω της, με τα πόδια μου γύρω από τη μέση της και τα μπρατσάκια στον αυχένα της. Ακούμπησε με τα μεριά της στον πάγκο με τα συρτάρια, πέρασε τα χέρια της στα καπούλια μου, μύρισα τη μυρωδιά της, μοσχοβολιά ιδρώτα και γαρύφαλλου. Πάνω απ’ τα μαλλιά της πλησίασε στα μάτια μου το θέαμα των πιάτων και των δαντέλλων σε απόσταση αναπνοής, πιο πραγματικό από ποτέ.

-Έχω να σου πω κάτι, μου λέει με νόημα, κάτι που πρέπει να ξέρεις και που είμαι σίγουρη πως θα σε ενθουσιάσει. Από μέρες ψάχνω την ευκαιρία να σου το πω. Μέσα στην κοιλίτσα μου υπάρχει ένα αδερφάκι για σένα που σε μερικούς μήνες θα θελήσει να βγεί και να εγκατασταθεί εδώ μαζί μας, στο σπίτι μας. Τωρα ακόμα είναι μικρούλι και ασχημάτιστο, σαν φασολάκι, όμως σιγά σιγά θα μεγαλώσει, θα γίνει πραγματικό μωρό, και όταν φτάσει η ώρα θα ξεμυτήσει και θα εμφανιστεί. Δεν είναι καλό νέο; Δεν χαίρεσαι;
Κοίταζα τα αγκαλιασμένα πιάτα στη δαντέλα. Προσπαθούσα να τα μετρήσω, τα ακουμπούσα σχεδόν, τεντώνοντας τον αριστερό δείκτη. Αν και είχα ήδη μάθει να μετράω τουλάχιστον ως το δέκα, εκείνη τη στιγμή το πολύ να έφτανα στο έξι, αδύνατον να πάω παραπέρα. Και δεν ήταν ούτε τα μισά πιάτα του ραφιού.

-Λοιπόν, θα μου πεις; δεν χαίρεσαι; ξαναρωτάει η μαμά.
Για να είμαι ειλικρινής δεν θυμάμαι αν και τι της απάντησα. Θα ταίριαζε να τη ρώτησα «ποιός αριθμός είναι μετά το έξι;» Κάτι τέτοιο.
Παρατήρησα τότε πως σ’εκείνο το ράφι είχε προστεθεί ένα παράτερο πιάτο, από άλλο σερβίτσιο, ξένο, τσουγκρισμένο στην κάτω άκρη. Το άγγιξα προσεκτικά με το δαχτυλάκι, μου φάνηκε επικίνδυνο με την κοφτερή πληγή του. Ήταν όμως πιο φίνο και πιο περίτεχνο απ’ τα υπόλοιπα πιάτα που το περιστοίχιζαν. Για πολλά χρόνια αναρωτήθηκα για την παρουσία του  στη δαντέλλα ανάμεσα στα άλλα, τα πιο κοινά άσπρα πιάτα. Πολύ αργότερα κατάλαβα ποιός ήταν ο ρόλος του.
Ξέρετε δα πόσο σπάνιο πράγμα είναι οι ακαίρεες δωδεκάδες στα πιατικά των νοικοκυριών. Ε, λοιπόν, με το τσουγκρισμένο πιάτο στο ράφι, ο συνολικός αριθμός ήταν το δώδεκα. Από μακριά κανείς πια δεν καταλάβαινε την ανεπαίσθητη διαφορά στο μεσαίο, περίτεχνο πιάτο.
Πάντως κείνη τη μέρα το μυαλό μου σταματούσε στο πέντε, άντε στο έξι, με τίποτα δεν πήγαινε παρακάτω.

Την σκηνή αυτή την ξανασκέφτηκα τώρα στο ντιβάνι, και τρόμαξα με τις συνδέσεις που έκανα. Διότι τότε έγινε κάτι που σίγουρα με σημάδεψε στη ζωή μου. Κι αυτό δεν είναι, όπως εσφαλμένα θα υποθέσατε, η αναγγελία της άφιξης του αδερφού μου στη ζωή. Όχι! Κάνετε λάθος αν το σκεφτήκατε έτσι, κύριε ψυχαναλυτά μου. Παρασυρθήκατε σίγουρα από όσα σας έχω διηγηθεί για τον αδερφό μου και τις περίπλοκες και αντιφατικές σχέσεις μου μαζί του.
Και με το δίκιο σας! Διότι, πράγματι, ο αδερφός μου μού προκάλεσε -και μού προκαλεί- προβλήματα, ένταση και πόνο αλλά τότε δεν ήξερα.

Σας διαβεβαιώ: Νιώθω πως αυτό που μου προκάλεσε ανείπωτη σύγχυση τη στιγμή που άκουγα το νέο για το φασολάκι, ήταν κάτι άλλο. Κάτι απείρως πιο σημαντικό απ’ την είδηση, έντονα ερεθιστικό, πιο τρομερό απ’ το σπουδαιότερο νέο του κόσμου και που ήταν μάλλον αδύνατον να αντέξω εκείνη την ώρα.
Η στάση εκείνη μπρος στην πιατοθήκη, με τα πόδια μου να αγκαλιάζουν τη μέση της μάνας μου, τα μαλλιά της που χάιδευαν το σαγόνι μου, τα χέρια της στους γλουτούς μου και προπαντός η μυρωδιά της! Η μυρωδιά αυτή που με αναστάτωνε! Αυτό, ναι! Είναι φανερό πια! Αυτό κρύβεται πίσω απ’ την κουρτίνα της ανάμνησης! Κάτι πρωτόγονο, σκοτεινό και ορμητικό.

Εσείς γνωρίζετε τη ζωή μου, ίσως καλύτερα κι από μένα. Θα σας πω λοιπόν τι σκέφτομαι, αν και ντρεπομαι όσο δεν φαντάζεστε.  Ξέρετε τις λεπτομέρειες της σεξουαλικής μου ζωής, τις σχέσεις δίχως διέξοδο, τα ερωτικά παιχνίδια με τον αδερφό μου που κράτησαν ως την εφηβεία μου... Και μετά, οι άπειρες προσπάθειες ικανοποίησης των επιθυμιών μου που έμεναν μονίμως άκαρπες.
Σκέφτομαι λοιπόν, πως εκεί, μπροστά στην ξύλινη λακαριστή πιατοθήκη ξεχύλισε εκείνο το πρωί η τρυφερότητα και η διέγερση. Και βρήκε μάλλον διέξοδο στη σύγχιση του μυαλού μου, οι αριθμοί εξαφανίστηκαν, το μέτρημα σταματούσε στο ραγισμένο πιάτο. Όμως, ξέρω τώρα, πως ήταν η ψυχούλα μου η ίδια, που, δίχως να το ξέρει, είχε ραγίσει απ’ τον πυρετό της διέγερσης.
Ο μεγάλος Φρόιντ θα έτριβε τα χέρια του από ικανοποίηση αν μ’ ακουγε τώρα, δεν νομίζετε;

Ο ψυχαναλυτής δεν απαντάει. Με ήρεμη φωνή ρωτάει:
-Πόσο χρονών είσασταν όταν γεννήθηκε ο αδερφός σας;
Η απάντηση ήρθε κοφτή:
-Πέντε, άντε έξι!
Αναστενάζει και συνεχίζει:
-Ε, ναι, εκεί σταμάτησε η παιδικότητα. Πιο μετά δεν έχει... Ως το έξι! Αν και ήξερα ήδη να μετράω τουλάχιστον ως το δέκα.
Δακρύζει και ξεσπάει σε λυγμό. Μέσα στα κλάματα, λέει αυστηρά:
-Να πείτε του Φρόιντ σας, πως ναι, μοιάζει με σεξουαλική πράξη αυτό που έγινε μπροστά στην πιατοθήκη, ναι, τριβόμουν με ευχαρίστηση στην κοιλιά της μάνας μου. Ας μην ξεχνάμε όμως πως μόλις είχα μάθει την ύπαρξη του φασολιού μέσα σ’αυτή την κοιλιά. Και ίσως αυτή η λεπτομέρεια να έχει την σημασία της στη θεωρία του. Κι αν κρίνουμε απ’ τη συνέχεια της ζωής μου, μια λεπτομέρεια σαν  τούτη μπορεί να σταθεί καθοριστική στην εξέλιξη του ανθρώπου, να του πείτε, όπως στην περίπτωσή μου!


Κάποιες σκέψεις γύρω από το διήγημα:

Η έννοια της στοργής.
Μία στάση απέναντι στους άλλους που αναπαράγει και διαιωνίζει την πρώτη μορφή των σχέσεων αγάπης του παιδιού, κατά την οποία η σεξουαλική ηδονή δεν συναντάται ανεξάρτητη αλλά στηρίζεται πάντοτε πάνω στην ικανοποίηση των ενορμήσεων αυτοσυντήρησης.
Ο Φρόιντ αποδίδει λοιπόν την γέννηση της στοργής στην πιο αρχαική σχέση του παιδιού με την μητέρα.
Στην συνέχεια αυτής συναντάμε την ιδέα μιας ολοκληρωμένης μορφής σεξουαλικότητας την γενετήσια αγάπη, δηλαδή την μορφή αγάπης στην οποία καταλήγει το άτομο, το υποκείμενο, μέσα από την ολοκλήρωση της ψυχοσεξουαλικής του ανάπτυξης.
Αυτό προϋποθέτει την υπέρβαση του οιδιπόδειου συμπλέγματος.
Στο διήγημα που ακούσαμε εμφανίζεται μέσα στην ψυχαναλυτική διαδικασία, μια ανάμνηση-προκάλυμμα που φανερώνει εμπλοκή ανάμεσα στην στοργή και την εξέλιξη της γενετήσιας αγάπης. Δηλώνει σαφές εμπόδιο στην λύση του οιδιπόδειου συμπλέγματος, κάτι που έκπληκτος ο αναλυόμενος εντοπίζει διαισθητικά και που θα αποτελέσει σίγουρα μιαν εξαιρετική αρχή στην ψυχαναλυτική του επεξεργασία.


Σήμερα έχουμε μαζί μας τον καθηγητή ψυχίατρο, τον φίλο Θανάση Καράβατο.
Ο Καράβατος έχει ένα σημαντικό χαρακτηριστικό :
Την νεανική φλόγα, το ενδιαφέρον και την περιέργεια για τα εντός-εκτός και επί της ψυχιατρικής (ήταν ο τίτλος του περιοδικού που εξέδιδε παλιότερα) αλλά και περί των συνδέσμων και αλληλοεπιδράσεων της ψυχολογίας, ιατρικής, φιλοσοφίας και λογοτεχνίας. Ενδιαφέρεται γενικώς για κάθε τι που γίνεται Σύναψις. Αυτό ακριβώς είναι το όνομα του περιοδικού που εκδίδει τώρα, μια πλούσια επιθεώρηση των θεμάτων που άπτονται των διαφόρων Ψ πλευρών της ανθρώπινης ύπαρξης.




 Έτσι, ως φυσικό επακόλουθο, ενδιαφέρθηκε για τις συναντήσεις μας εδώ. Όταν δε άκουσε το θέμα που διαπραγματευόμαστε φέτος, ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΩΝ ΔΕΣΜΩΝ ΑΙΜΑΤΟΣ, ενθουσιάστηκε και, δίχως πολλή σκέψη, δέχτηκε να μοιραστεί μαζί μας κάποιες σκέψεις που εμπνεύστηκε πρόσφατα από ένα λογοτεχνικό έργο.

Γιατί έφαγα τον πατέρα μου

Roy Lewis

μετάφραση: Έλση Τσούτη

Άγρα, 2010


















Το δεύτερο διήγημα είχε σαν αρχικό τίτλο Η Ελπίδα (ετών 30). Είναι το όνομα μιας γυναίκας που μιλάει για τις τραυματικές εμπειρίες της παιδικής της ηλικίας, μέσα στο περιβάλλον των οικογενειακών δεσμών.
Την ιστορία της Ελπίδας μας αφηγείται μια φωνή, μια μυστηριώδης ύπαρξη που γεννά ερωτηματικά στον ακροατή.
Όταν λοιπόν προετοιμάζαμε την συνάντηση αποφασίσαμε με τους φίλους ηθοποιούς να αλλάξουμε τον τίτλο του διηγήματος, ώστε να διευκολύνουμε λιγάκι την κατανόηση των ακροατών. Έτσι, το ονομάσαμε Το ντιβάνι.
Αν παρ’ όλες τις προσπάθειες δεν γίνουμε κατανοητοί, θα μπορέσετε να το ξαναδιαβάσετε στη μικρή συλλογή που θα σας προσφέρουμε στο τέλος της βραδιάς.
Μετά την ανάγνωση του Ντιβανιού από την Ευαγγελία και την Μαρία σας περιμένει μια άλλη αναγνωστική έκπληξη.




Η Ελπίδα (ετών 30).

Ευαγγελία
Δεν έχω φύλο. Αισθάνομαι ένα ουδέτερο ον, άλλωστε κανείς ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε πραγματικά για μένα, να μού μιλήσει με αρσενικό ή θηλυκό όνομα. Έζησα και ζω μέσα σε μιαν απόλυτη ανωνυμία, με μόνη μου ενασχόληση να εξυπηρετώ τους άλλους με αυταπάρνηση. Και ξέρετε δα, πως οι άνθρωποι έχουν έμφυτη την τάση να εκμεταλλεύονται δίχως αναστολές όποιον είναι, σαν εμένα, βουτηγμένος στην γενναιοδωρία και την διαθεσιμότητα. Και στην ουδετερότητα!
Αλλά ας μην παραπονιέμαι. Πήρα και παίρνω καθημερινά, άπειρα αδέξια χάδια, ζεστασιά και, συχνά, εμπιστοσύνη από όσους χρησιμοποιούν την αγκαλιά μου.
Δεν είναι σήμερα στόχος μου να σας διηγηθώ την ζωή μου. Δεν θα είχε άλλωστε ενδιαφέρον για κανέναν. Θέλω απλά να σας μιλήσω για τη φίλη μου, για μιαν εκμυστήρευση που ως ένα σημείο προκάλεσα απλά και μόνο με την παρουσία μου. Διότι, αν δεν υπήρχα, ίσως η ιστορία αυτή να μην είχε ειπωθεί ποτέ.
Παρένθεση: Δεν ξέρω αν το είπα πριν αλλά έχω σχέσεις και με άντρες και με γυναίκες. Αυτή η ιδιαιτερότητα ανοίγει μεγάλες ευκαιρίες στην ψυχή μου διότι νομίζω πως όσο περνούν τα χρόνια σχηματίζω μιαν όλο και πιο σύνθετη εικόνα για τον άνθρωπο και τα βάσανά του.

Ο ψυχαναλυτής μου, όταν άκουσε την ιστορία της Ελπίδας, δεν αντέδρασε, όπως συχνά κάνουν οι αναλυτές. Δεν έδειξε κανένα συναίσθημα, εγώ όμως ξέρω, πως σίγουρα η καρδιά του μαύρισε. Ο ψυχαναλυτής μου είναι πολύ γλυκός άνθρωπος. Όταν είμαστε μόνοι οι δυο μας, στη ζεστασιά τού γραφείου του, τον αισθάνομαι δικό μου. Κάθεται πίσω μου, καμιά φορά ακουμπάει το χέρι του στο μαξιλάρι. Όχι, εμένα δεν με αγγίζει, αν και πολύ θα το επιθυμούσα. Όμως εκείνος κρατάει τους τύπους, μου φέρεται λίγο σκληρά, ειν’ η αλήθεια. Εγώ πάλι, δεν τον παρεξηγώ, ξέρω πια πόσο έχει αλλάξει τη ζωή μου.  Διότι, πριν η μοίρα αποφασίσει να με φέρει στο γραφείο του, οι μέρες μου ήταν άχρωμες, οι νύχτες μου βαρετές.

Στο γραφείο του, που λέτε, γνώρισα την Ελπίδα. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται τις πιο ενδιαφέρουσες γνωριμίες τις έκανα στο γραφείο του ψυχαναλυτή μου. Αλλά γι’αυτό θα σας μιλήσω μιαν άλλη φορά. Σήμερα θα πω για την Ελπίδα.
Η σχέση μας υπήρξε ταραγμένη, ειδικά τον πρώτο καιρό, που ήταν τρομακτικά αμφίθυμη μαζί μου. Όταν με άγγιζε τα χέρια της ήταν σφιχτά και ιδρωμένα, το σώμα της δεν κατάφερνε να χαλαρώσει, να αφεθεί, να νιώσει πάνω μου την απόλαυση και την ηδονή. Ήξερε φυσικά, πως δεν ήταν η μόνη που αγκάλιαζα, αλλά αυτό ποτέ της δεν τόλμησε να το πει πραγματικά με λόγια. Ήταν σαν μια ανείπωτη συμφωνία ανάμεσά μας: Έπαιρνε ο καθένας μας ό,τι του αντιστοιχούσε από τη σχέση μας, μ’αποχαιρετούσε και έφευγε να συνεχίσει τη ζωή της κι εγω τη δική μου. Ως την επόμενη φορά που με έβρισκε, πάντα με ανοιχτή αγκαλιά και απόλυτη διαθεσιμότητα.

Το κυριότερο πρόβλημα της Ελπίδας είναι η απελπισία της.
Λέει:

Μαρία
-Οι μεγάλοι μού έδωσαν αυτό το όνομα για τους δικούς τους λόγους. Νομίζω πως εκείνοι έψαχναν ελπίδα στη ζωή και φαντάστηκαν πως εγώ θα την ενσάρκωνα. Αλλίμονο όμως, έκαναν τα πάντα για να είμαι δυστυχισμένη.

Ευαγγελία
Στην ερώτηση, «τι έκαναν δηλαδή, πώς δηλητηρίασαν τη ζωή σου;», η Ελπίδα σφίγγεται. Θα δυσκολευτεί πολύ να απαντήσει ξεκάθαρα, να μιλήσει ειλικρινά.
Όπως είπα, η αρχή τής σχέσης μας ήταν επεισοδιακή και αμφίθυμη. Πάνω που έλεγα πως να, επιτέλους με εμπιστεύεται και θα ανοιχτεί, εκείνη ξαφνικά σφιγγόταν, γραπωνόταν πάνω μου αμίλητη, και μέ άφηνε να κάνω χίλιες υποθέσεις. Έτσι, άργησα πολύ να μάθω ακριβώς τι της συμβαίνει, να καταλάβω την ψυχολογική της κατάσταση και τα τραύματα που κουβαλάει μέσα της.
Μέχρι που μια μέρα το αποφάσισε. Μίλησε. Ανοιχτά και δίχως περιστροφές.

Μαρία
-Στο σπίτι δεν μιλούσαμε πολύ. Τα «οικογενειακά μυστικά» είχαν βρει στην οικογένειά μου την ιδεώδη φωλιά. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, οι μόνιμες εικόνες που συγκρατώ είναι κλειστά στόματα, κουρασμένα χαμόγελα, πλαστή χαρά. Η οικογένειά μου ήταν τρείς γυναίκες με εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες, δεμένες με υπόγειους άρρηκτους δεσμούς αίματος. Σε ένα κλειστό σπίτι, σκοτεινό, όπου η μοναδική πηγή ζωής έμοιαζε να είναι για κείνες η παρουσία μου. Γεννήθηκα λοιπόν με τον προδιαγραμμένο ρόλο να τους δίνω χαρά και ενδιαφέρον για να συνεχίσουν να ζουν.
Είχα πάντα την αίσθηση ότι ζωή σημαίνει δουλειά. Τις θυμάμαι και τις τρεις να ετοιμάζονται βιαστικά, η εργασία τις περίμενε. Διαδοχικά. Πάντα κάποια έμενε πίσω να δουλέψει στο σπίτι. Να με φροντίσει εμένα, τα ρούχα μας, το φαγητό μας, την καθαριότητα και την τάξη. Σαν καλοκουρδισμένο ρολόι, όλα γίνονταν στην ώρα τους, τα χρόνια περνούσαν με πρόγραμμα και συνέπεια. Και η δική μου δουλειά, εκτός από το σχολείο, ήταν να προσπαθώ να τις κάνω να χαμογελάσουν. Στις γιορτές, είχαμε πάντα καλό φαγητό, λευκό τραπεζομάντιλο και, συχνά, ήταν παρέα μας ο Κυριάκος. Όταν μεγάλωσα λίγο σκάρωνα αστείες παραστασούλες με επίκαιρο θέμα. Τότε χειροκροτούσαν οι τρεις τους ξεκλειδωμένες, ο Κυριάκος έβγαζε χαμογελαστός τα δώρα του. Ήταν όμορφες οι στιγμές αυτές και οι μοναδικές που ένιωθα τις τρεις γυναίκες χαλαρές  να με θαυμάζουν και να με χαίρονται. Και να χαίρονται, απλά.
Δεν πήγαινε το μυαλό μου στα «μυστικά». Ή όταν αναρωτιόμουν καμιά φορά γιατί η ζωή μου να είναι τόσο διαφορετική από των άλλων παιδιών, έδιωχνα γρήγορα τις ενοχλητικές σκέψεις. Μια φορά είχα τολμήσει να το ρωτήσω στη μαμά, που μου είχε απαντήσει σκληρά: «Γιατί έτσι είναι!»
Δεν μιλούσαμε. Μόνο τα απαραίτητα και τα πρακτικά. Όμως την ένιωθα καλά την βαθιά και βασανιστική αγάπη που μας ένωνε.
Μοναδικές σπάνιες εξαιρέσεις στο γκρίζο βουβό σκηνικό, κάποιες συζητήσεις με τη θείτσα. Σαν να είχε αναλάβει εκείνη, (όχι χωρίς επικρίσεις από τις άλλες δυο, δηλαδή τη μαμά και τη γιαγιά μου), την εκπαίδευσή μου σε πολιτιστικά θέματα.
Από πολύ νωρίς, με πήγαινε σε παιδικές παραστάσεις και μετά, στο ζαχαροπλαστείο για πάστα, νουγκατίνα ή την αγαπημένη μου Σεράνο. Εκεί αναλύαμε το έργο, λέγαμε τις εντυπώσεις, τα συναισθήματα και τις ιδέες που μας ενέπνευσε. Και η θείτσα ήταν τρυφερή και γελαστή μαζί μου, όταν δεν την έβλεπαν οι άλλες. Μετά ξαναέβρισκε την καταπιεσμένη μορφή της και επιστρέφαμε σπίτι.
Έτσι μεγάλωσα. Όχι άσχημα, αλλά γκρίζα. Άχρωμα. Με αναπάντητα ερωτήματα, με αποπροσανατολισμένο μυαλό. Δίχως μπούσουλα. Σα να προχωρούσα στο κενό, στο τίποτα.

Ευαγγελία
Μιλώντας, η Ελπίδα ξέσφιγγε σιγά σιγά τη γροθιά της, την ένιωθα να λύνεται πάνω μου, άκουγα την καρδιά της να χτυπάει πιο ρυθμικά, πιο ανάλαφρα. Κι αυτό εμένα, όπως καταλαβαίνετε, με χαροποιούσε.
Περίμενα υπομονετικά τη συνέχεια.

Μαρία
Πρέπει να ήμουν επτά χρονών. Ο Κυριάκος είχε περάσει να με πάρει για να ψωνίσω το δώρο μου. Έτσι ήταν αυτός ο μπαμπάς. Εμφανιζόταν σαν κομήτης στις γιορτές για το δώρο. Τέλος πάντων, αυτή τη φορά με πήγε να το διαλέξω μόνη μου. Η αγορά έγινε με συνοπτικές διαδικασίες, ήξερα τι ήθελα, το πήρα, ο Κυριάκος πλήρωσε, καιρός να με αφήσει στις γυναίκες. Διαισθανόμουν τη χαρά του που τελειώσαμε νωρίς. Πήγαμε λοιπόν να συναντήσουμε τη μάνα μου. Το ραντεβού είχε οριστεί για πολύ αργότερα αλλά ο Κυριάκος είπε πως δεν πειράζει, αν δεν τη βρούμε θα περιμένουμε. Φτάσαμε μπρος στη βιτρίνα του ζαχαροπλαστείου. Νομίζω πως λεγόταν Βυζάντιο, απέναντι από την Αγία Σοφία. Την είδα μέσα. Αλλά όχι μόνη! Και έπαθα την πλάκα της ζωής μου. Ταράχτηκα πολύ, αφάνταστα. Γιατί σκέφτηκα ξαφνικά πως βρήκε τον παππού μου, που, υποτίθεται, ήταν εξαφανισμένος μετά τη γέννησή της. Της κρατούσε το χέρι τρυφερά, μιλούσαν με τόση οικειότητα, με αγάπη. Συγκλονίστηκα. Ποτέ μα ποτέ δεν είχα δει τέτοια χαρά στο πρόσωπο της μαμάς. Μπαίνοντας θα τον αγκάλιαζα όσο μπορούσα πιο σφιχτά για να τον ευχαριστήσω. Αυτό ήταν το δώρο, το καλύτερο δώρο! Που έκανε τη μαμά ευτυχισμένη, όπως ποτέ. Ποτέ όμως!
Αν είχα άλλη σχέση με τον Κυριάκο, αν τον ένιωθα δικό μου άνθρωπο, θα τον έπιανα απ’ το μανίκι και θα έλεγα:
-Στάσου λιγάκι, να τους δούμε, να χαρούμε τη μοναδική εικόνα. Δες πώς γελάει η μαμά μου, δες τι αστραφτερό χαμόγελο φωτίζει το πρόσωπο.
Αλλά ο Κυριάκος ήταν ένας ξένος. Ένας απόμακρος και κρύος μπαμπάς, δεν ήθελα να του πω τίποτα.
Έπιασε τι γινόταν. Ξερόβηξε και λέει:
-Δεν πειράζει, θα σε αφήσω εδώ τώρα. Αν θες μπες μόνη σου. Εγώ φεύγω.
Κατάλαβα στο ύφος του πως κάτι μη φυσιολογικό συνέβαινε, και, λες και το ευχαριστιόταν, με άφηνε να ξεμπερδέψω μονάχη μου.
Τους πλησίασα. Πρώτος με είδε ο παππούς καθώς τους κοίταζα πηγαίνοντας κατά πάνω τους, μάζεψε το χέρι του και έγνεψε στη μαμά. Εκείνη γύρισε προς το μέρος μου έκπληκτη αλλά στα χείλη της υπήρχε ακόμα ένα απομεινάρι ευτυχισμένου χαμόγελου.
-Έλα κοριτσάκι μου, τελειώσατε κιόλας;
Με φίλησε στοργικά, νομίζω πιο πολύ απ’ ότι συνήθως.
-Να σου συστήσω τον φίλο μας.
Η καρδιά μου χτυπούσε ανελέητα.
-Είναι ο κύριος Γιώργος, ο γιατρός από την κλινική που δουλεύαμε κάποτε στην Αθήνα, η γιαγιά σου και γω.
-Καλησπέρα, λέω με σπασμένα φτερά.
Ε, μετά, ο γιατρός με κέρασε μια πάστα, η μαμά με ρώτησε για τον Κυριάκο, γιατί δεν μπήκε, τέτοια. Εγώ είχα κρεμάσει τα μούτρα και άνοιξα το δώρο να το περιεργαστώ όσο εκείνοι τελείωναν την κουβέντα τους.
Αυτή την ιστορία την είχα καταχωνιάσει κάπου πολύ βαθειά μέσα μου και τώρα που την διηγήθηκα κατάλαβα γιατί την είχα ξεγράψει. Αρχικά ήταν η μεγάλη απογοήτευση που ο παππούς δεν ήταν ο παππούς μου. Μετά, καθώς μυρίστηκα πως κάτι ύποπτο συνέβαινε, έπρεπε να την ξεχάσω, μην τύχαινε και μου ξέφευγε τίποτα και δημιουργούσα προβλήματα στη μαμά. Άλλωστε ποτέ πια δεν ξανασυναντηθήκαμε με τον κύριο αυτόν, ποτέ κανείς δεν αναφέρθηκε στο όνομά του. Εκείνος όμως είχε καταφέρει αυτό που κανένας ποτέ δεν πέτυχε. Να δώσει ευτυχία και χαμόγελο στη μαμά μου. Και σήμερα που τον θυμάμαι τον ευχαριστώ από μέσα απ’ την καρδιά μου, όπου και νάναι!

Ευαγγελία
Η Ελπίδα αναστενάζει βαθειά, αλλάζει στάση, κι εγώ αναδεύομαι με τρυφερότητα και συγκίνηση. Με χαιδεύει λίγο, ενώ ο νους μου πάει στα δικά μου. Τελικά, σκέφτομαι, ίσως να είχα τύχη στη ζωή, γεννήθηκα δίχως οικογένεια, δίχως συγγενείς, δίχως μπλεξίματα σαν τα δικά της. Βέβαια, σαν έπιπλο, περιπλανήθηκα σε αποθήκες και μαγαζιά, σε υπόγεια και σε καρότσες φορτηγών, μέχρι τη μέρα που βρέθηκε αυτός ο χρυσός άνθρωπος που με έφερε εδώ, με έντυσε με τούτα τα βελουδένια ρούχα και με έβαλε μπροστά στην πολυθρόνα του. Και ξέρετε κάτι; Νομίζω πως επειδή δεν έζησα τις δυσκολίες και τα δεσμά των δεσμών αίματος, ξέρω να δίνω πιο γενναιόδωρα την αγκαλιά μου σ’αυτούς που υποφέρουν από αυτά.

Κατάλαβα πως είχε φτάσει η ώρα του αποχωρισμού.
Η Ελπίδα σηκώθηκε, ίσιαξε λιγάκι το κάλυμά μου σαν να ήθελε να με παρηγορήσει.
Φεύγοντας, λέει στον ψυχαναλυτή μου:

Μαρία
-Ευχαριστώ. Ευχαριστώ που με ακούσατε!

Ευαγγελία
Εγώ ξέρω πως δεν είναι πληθυντικός ευγενείας. Ξέρω πως με ευχαριστεί κι εμένα μαζί με εκείνον. Ίσως γιατί νωρίτερα είχα νιώσει τους γρήγορους παλμούς τής καρδιάς της πάνω μου, που σιγά-σιγά έπαιρναν έναν πιο φυσιολογικό ρυθμό.

H έκπληξη:



Το ντιβάνι της Ελπίδας, ενέπνευσε!
Χάρη στις συγγραφικές μου δραστηριότητες και επαφές, είχα την τύχη να γνωρίσω στη Θεσσαλονίκη μιαν εξαιρετική κυρία, μια λογοτέχνη με δουλεμένη ψυχή. Εννοείται πως ο συνδυασμός αυτός με συγκίνησε και κίνησε το ενδιαφέρον μου. Διάβασα έργα της, την άκουσα να διαβάζει, εντυπωσιάστηκα.
Και μια μέρα που εκείνη διάβασε το ντιβάνι της Ελπίδας μου ανακοίνωσε πως ευχαρίστως θα έγραφε μια συνέχεια στο διήγημα.
Το αποτέλεσμα το έχουμε σήμερα ζωντανό, το συμπεριλάβαμε στη συλλογή του καφέ Ψ που θα πάρετε φεύγοντας.
Είμαι σίγουρος πως θα σας αρέσει.
Ακούμε την Καίτη Στεφανάκη.  





Μήπως εκείνος;

Συχνά αναρωτιέμαι για τα φύλα. Τι κάνει άνδρα έναν άνδρα, τι κάνει γυναίκα μια γυναίκα;
Γελάτε σίγουρα με την αφέλειά μου! Δεν εννοώ το σώμα, ούτε το φύλο το κοινωνικό. Αυτές είναι θεωρίες για τους άλλους.
Άφυλο ον όντας εγώ, όπως σας έχω ξαναπεί, σχετίζομαι συχνά και με τους δυο. Κι εδώ στον χώρο του αγαπημένου μου άκουσα κι έμαθα πολλά. Το σπουδαιότερο απ’ όλα είναι, πως ό,τι φαίνεται, δεν είναι υποχρεωτικά κι αληθινό. Και για να μην βαριέμαι τις ώρες τις ατέλειωτες που μένω εδώ, έβγαλα ένα παιχνίδι που πολύ το αγαπώ: δεν δίνω προσοχή στο ανάγλυφο του σώματος που με ακουμπά κάθε φορά. Δεν δίνω σημασία σε λεπτομέρειες ανατομικές αλλά αφουγκράζομαι. Απλώνω τα τριχοειδή αγγεία μου, - ξέρετε δα πώς μεταφέρεται ο ήχος κι ο παλμός μέσω των στερεών…- και αισθάνομαι-, για την ακρίβεια συν-αισθάνομαι. Το χάδι από τα χέρια τους που με ακουμπούν, η υφή του δέρματος, η ένταση του αγγίγματός τους, κάθε στιγμή μού λένε, τι νιώθει ο κάτοχός τους. Κι αρχίζω τα μαντέματα. Κάνω τις εικασίες μου, διατυπώνω υποθέσεις εργασίας και περιμένω ο καλός μου τι θα πει, αν πει δηλαδή, πού θα οδηγήσει τη συζήτηση και πώς θα αντιδράσει ο άνθρωπος που έχω στην ποδιά μου…
Καποιες φορές αισθάνομαι και τον παλμό που έρχεται, μέσα απ’ το δρύϊνο πάτωμα από απέναντι, από την πολυθρόνα τη δική του. Και διαισθητικά καταλαβαίνω και τον ίδιο. Τέτοιες στιγμές πετώ στους ουρανούς, σαν να φυτρώνουν φύλλα, άνθη και καρποί από τους πόρους μου, αισθάνομαι να επεκτείνομαι στον χώρο, να τον καταλαμβάνω πλήρως. Να γίνομαι ένα με τη δική του πολυθρόνα.

Κανονικά διατηρώ μέχρι το τέλος την ουδετερότητά μου. Ωστόσο κάποτε έφτασα να αμφιβάλω για τα πάντα. Έχουν περάσει από τότε χρόνια, μα ακόμα δεν μπορώ να το ξεχάσω.
Ήταν που λέτε μια φορά μια νεαρή γυναίκα. Ήρθε και κάθισε προσεκτικά επάνω μου. Με ακούμπησε επιφυλακτικά και ένιωσα ευθύς την ταραχή μες στην ψυχή της. Είχε επιτέλους βρει το θάρρος να αναζητήσει θεραπεία, γιατί η θλίψη τής ρουφούσε κάθε ενέργεια.
-       Με δυσκολία πάω κάθε μέρα στη δουλειά, η καθημερινότητα μού φαίνεται βουνό! Αν ήταν δυνατόν δεν θα ‘βγαινα ποτέ απ’ το σπίτι.

Την καταλάβαινα. Κι εγώ είχα περάσει τέτοιες φάσεις προτού ο καλός μου να με φέρει εδώ μαζί του.
-       Ο άνδρας μου έχει αδυναμία στη μητέρα, τόσο που καθορίζει εκείνη τη ζωή μας. Κι όμως ο ίδιος, είμαι σίγουρη, έχει κρυφά άλλη ζωή. Δεν με γελά το ένστικτό μου, εξάλλου περισσεύουν οι ενδείξεις.

Εκφραζόταν κόσμια, αποστασιοποιημένα. Διατηρούσε την αυτοκυριαρχία της, μα εγώ την ένιωθα να κλαίει εσωτερικά. Το άγγιγμά της μου μετέφερε τη θλίψη της, έτσι έντονα που με πλημμύριζε.
Αντί για εκείνην, γέμιζα εγώ θυμό.
Μα τι είναι αυτά; Έχεις εντελώς παραιτηθεί; Γιατι δεν κάνεις κάτι; Διεκδίκησε τον άνδρα σου! Βάλε την πεθερά στη θέση της!
Αααα, δεν είμαστε καλά!
της φώναζα από μέσα μου και πάσχιζα να με ακούσει.
Απ’ την απέναντι πλευρά μού ερχότανε το μήνυμα πως η γυναίκα αυτή δεν αισθανότανε άξια να αγαπηθεί. Αλλά γιατί; Εμένα με γοήτευε, ένιωθα έλξη για το πλάσμα αυτό.
Σίγουρα, το ίδιο θα της πει και ο δικός μου.
Μπα, δεν μιλάει!
Τι τον έπιασε; Πρέπει να της το πει, πως είναι επιθυμητή κι αξιαγάπητη!
Περίεργο! Γιατί σωπαίνει;
Ααα, δεν το περίμενα αυτό από ‘κείνον!

Η γυναίκα έλουζε με μομφές τον εαυτό της, πως ίσως να μην ήταν αρκετά γυναίκα για να τραβήξει τον άντρα της κοντά της. Ντρεπόταν που δεν ήξερε τερτίπια θηλυκά και γαλυφιές για να τον προσελκύσει ερωτικά, όπως της είχε πει η πεθερά κάποια στιγμή: Έλα, καημένη, κουνήσου του λιγάκι! Όλο βιβλία και βιβλία είσαι!
Μα πώς μπορούσε να της πει ότι ο γιός της … δεν αγαπούσε τις γυναίκες;
Και πως ο ίδιος ποτέ δεν θα της το ‘λεγε ανοιχτά. Μα και η ίδια δεν είχε το δικαίωμα, να τον αποκαλύψει.
-       Γιατί δεν με εμπιστεύεται; Ίσως μαζί να βρίσκαμε μια λύση.
Στην ορατή ζωή αφήνει τη μητέρα να κυριαρχεί και στην αόρατη,  εκεί που ζει πραγματικά τον έρωτα, με αφήνει πάλι απ’ έξω.
Είμαι απλά η μητέρα των παιδιών του. Αυτό πονάει πιο πολύ!

Ναι, ήτανε φανερό, ο γιός πως είχε παντρευτεί, πως είχε αποκτήσει και απογόνους για την ορθή εικόνα προς τα έξω, για χάρη της μητέρας του.

Τα δεσμά των δεσμών … λοιπόν, ένιωσα τον αγαπημένο μου να σκέφτεται. Ήτανε ολοφάνερο πως οι δεσμοί του αίματος είχανε χτίσει ακατάλυτα δεσμά.

Θύμωνα εγώ, το έπιπλο, για αυτή την αδικία!
Θύμωνα με ‘κείνη τη μητέρα / που αρνιότανε στον γιό / να είναι ο εαυτός του. Θύμωνα με τον γιό / που δεν τολμούσε / να ζήσει όπως ήθελε στα φανερά. Θύμωνα μαζί του / γιατί είχε χρησιμοποιήσει / σαν μήτρα / τη νεαρή γυναίκα που έκλαιγε τώρα σιωπηλά στην αγκαλιά μου.
Γιατί να την εμπλέξει;
Αν τον είχα εδώ μπροστά μου, θα τον τσάκιζα στο ξύλο, ειδικότητά μου βλέπετε!
Ποιός απ’ τους τρεις ήταν εδώ ο άνδρας, ποιά η γυναίκα; Τι κάνει άνδρα έναν άνδρα; Τι κάνει γυναίκα μια γυναίκα;
Φουρτούνα στην ψυχή και στο μυαλό μου.

Η γυναίκα είχε σταματήσει να μιλά. Την έβλεπα να κλαίει εντός και εκτός της. Περίμενε μια παρατήρηση, μια προτροπή, ίσως μια έκφραση συμμετοχής.
Μα δεν ερχόταν τίποτα.
Κι από την πολυθρόνα της απέναντι μεριάς δεν έπαιρνα κανένα σήμα.
Μόνο απόσταση και σιωπή.
Γιατί δεν της μιλά; Γιατί δεν βοηθά;
Πού είναι ο χρυσός άνθρωπος που ήξερα, ο συμπονετικός συμπαραστάτης;

Τον είδα επιτέλους να κινεί τα χείλη του:
- Τι νιώθετε;
Δεν απαντά. Για μια στιγμή κρατάει την αναπνοή της. Νιώθω τα δάχτυλα να χαλαρώνουν λίγο. Παίρνει αναπνοή και αχνά ψελλίζει:
- Ένα κενό.
- Αιωρούμαι.
- Δεν έχω να πιαστώ από πουθενά.

Σωπαίνει. Περιμένω τη δική του αντίδραση.
Σίγουρα ο καλός μου θα παρέμβει τώρα - με την ενσυναίσθησή του, θα της προσφέρει στήριγμα για να πιαστεί, να στηριχτεί. Θέλω να χρησιμοποιήσει όλη την ικανότητά του να γαληνεύει της ψυχής τον πόνο, να οδηγεί τον άλλον στη διαύγεια, μαζί να ανιχνεύουν με ασφάλεια τις πληγές. Σίγουρα θα το κάνει.
-  Σκεφτήκατε το ενδεχόμενο, μήπως εκείνος … θέλει … να σας προστατεύσει;

Ένας παγωμένος αέρας πλάκωσε βαριά τα πάντα στο δωμάτιο.
Μετά από λίγο μόνο μια ελάχιστη ερώτηση:
- Από τι;
- Απ’ την κρυφή ζωή του.
Σαν κρότος απροσδόκητος ήχησε η απάντηση και κούφανε τα πάντα. Δηλαδή, τουλάχιστον εμένα, το ξύλο. Εκείνην άραγε;
Τα δάχτυλά της με έσφιγγαν πάλι σαν τανάλιες. Ποτάμι ορμητικό η απογοήτευσή της εισχωρούσε εντός μου, με διέλυε και βαθμιαία μεταμορφωνότανε σε λαίλαπα που η ευπρέπειά της προσπαθούσε να δαμάσει. Την άκουγα βουβά να ουρλιάζει μέσα της. Μαζί της στρίγγλιζα κι εγώ:
- Τι; Εμένα πρέπει να στηρίξει! Όχι αυτόν! Για μένα ήρθα εδώ! Όχι για να τον δικαιολογεί!
Ήθελα να την σπρώξω να τα πει δυνατά όλα αυτά, να τα βγάλει από μέσα της, να απαιτήσει συμπαράσταση. Γι’ αυτό είχε έρθει εδώ.

Πρώτη φορά αναρωτήθηκα, αν ο αγαπημένος μου, σαν ψυχαναλυτής, ήταν σωστός.
Γιατί έβλεπε μόνο την ανδρική πλευρά; Που ήταν η γυναικεία του ματιά; Η ικανότητα να συναισθάνεται, να μπαίνει στη θέση του άλλου, να τον βοηθά να βλέπει καθαρά.
Γιατί διατηρούσε την απόσταση; Τι να φοβόταν;
Πού τον ακούμπησε η ιστορία αυτή;
Γιατί θέλησε να παρουσιάσει θετικά τον άνδρα στη γυναίκα αυτή, που τόλμησε πρώτη φορά να πει σε κάποιον άλλον, αυτό που την βασάνιζε κι αυτό που ως τώρα νόμιζε ντροπή.
Αυτή χρειαζόταν τη βοήθειά του, όχι ο άλλος που την είχε καταντήσει έτσι!
Κι εγώ τον είχα τόσο εξιδανικεύσει.
Θεό τον είχα κάνει! Τώρα γινόταν άνθρωπος και μάλιστα άνδρας.
Καλά να πάθω! Τι ήθελα κι εγώ να ανακατεύομαι στα ανθρώπινα;
Δεν καθόμουνα στ’ αυγά μου, λέω εγώ, να έχω την ησυχία μου;

Η γυναίκα αποσπάστηκε απότομα από την αγκαλιά μου και τώρα όρθια απέναντί του άρθρωνε με κόπο:
- Δεν νομίζω πως έχει νόημα να ξανάρθω.
Εκείνος απάντησε:
- Εσείς αποφασίζετε.

Άφησε τα χρήματα πάνω στο γραφείο, χαιρέτησε τυπικά και αποχώρησε.
Τον είδα να στέκεται σκεφτικός. Έπειτα ήρθε πίσω μου, δεν χάιδεψε μόνο το μαξιλάρι όπως συνήθως, ακούμπησε την πλάτη μου, έσυρε απαλά το χέρι του επάνω μου, τρυφερά, θα έλεγα, σαν χάδι και μου ψιθύρισε:
Ίσως να έχεις δίκιο!

Η νεαρή γυναίκα δεν ήρθε ξανά.
Ακόμα αναρωτιέμαι, αν είχε νόημα η ερώτησή του:
Μήπως εκείνος θέλει…να σας προστατεύσει;
Επίγευση πικρή.

Όμως τον αγαπώ παρόλα αυτά! Τον ψυχούλη μου!
Και θα ΄θελα κι εγώ να γίνω ταίρι με τη δική του πολυθρόνα. Σαν οικογένεια. Λέτε να μου πέσουνε βαριά τα δεσμά των δεσμών; Όχι του αίματος, του ξύλου, εννοώ. Γιατί, να, θα είχα τότε μια μικρούλα συντροφιά, για τα γεράματα.
Ή μήπως να του πρότεινα να μου έπαιρνε μια γάτα;



Καίτη Στεφανάκη

















Από το 2008 ο ψυχολόγος-ψυχαναλυτής Γιάννης Βαϊτσαράς οργανώνει στην Αθήνα τα
καφέ ψ.
Πρόκειται για συναντήσεις ψυχανάλυσης και λογοτεχνίας, όπου τρεις ηθοποιοί, διαβάζουν κείμενα που γράφει ο ίδιος ο ψυχαναλυτής. Στη συνέχεια γίνεται συζήτηση πάνω στα θέματα που προκύπτουν από την ανάγνωση.
Στην παρούσα έκδοση δημοσιεύονται τα τέσσερα διηγήματα που διαβάστηκαν στις συναντήσεις της φετινής χρονιάς στο βιβλιοπωλείο
 Λεξικοπωλείο,
(Στασίνου 13, Πλατεία Προσκόπων, Παγκράτι)
με θέμα:
Τα δεσμά των δεσμών αίματος.
Προστέθηκε το διήγημα της Καίτης Στεφανάκη που ακούστηκε στη συνάντηση της 30ής Ιανουαρίου 2014, μια απάντηση-αντίδραση σαν συνέχεια στο διήγημα Η Ελπίδα (ετών 30), που επίσης διαβάστηκε την ίδια βραδιά.

Στο φετινό καφέ ψ συμμετέχει ενεργά ο συνάδελφος ψυχαναλυτής Χάρης Μωρίκης.
Οι ηθοποιοί της ομάδας είναι:
Μαρία Μπρανίδου, Ευαγγελία Τσιάρα, Δημοσθένης Ελευθεριάδης.



Η έκδοση αυτή είναι μια μικρή ένδειξη ευγνωμοσύνης προς όλους τους συνεργάτες, φίλους και συνδαιτημόνες του καφέ ψ.

yannisvaitsaras.blogspot.gr
00 30 6979354761

c  Ψ
Γιάννης Βαϊτσαράς, 2015
Βινιέτα εξωφύλλου: Νίκος Αγγελίδης

Μακέτα, επιμέλεια έκδοσης: Φώτης Μαρκάδας










Για τις φωτογραφίες ευχαριστούμε τον Νίκο Ζωιόπουλο και την Πηλίτσα.



Το επόμενο καφέ Ψ στο Λεξικοπωλείο με θέμα
"ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΩΝ ΔΕΣΜΩΝ ΑΙΜΑΤΟΣ  
στο μυθιστόρημα Η Μία και η Άλλη"
θα γίνει την Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015
με την συμμετοχή του ψυχαναλυτή Χάρη Μωρίκη.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου