Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Τι έγινε ρε Φωτεινή.

Από την παρουσίαση του βιβλίου του Τρύφωνα Ζαχαριάδη "Τι έγινε ρε Φωτεινή;"

Σάββατο 27/05/17
Στοά του βιβλίου, Αθήνα


Κείμενο Γιάννη Βαϊτσαρά:

Το ραντεβού με τη Φωτεινή είχε οριστεί για την Μεγάλη Εβδομάδα. Αλλά, όπως συχνά συμβαίνει στη ζωή, η συνάντηση εκείνη δεν έγινε, για λόγους που δεν έχουν πλήρως διευκρινιστεί. Δεν γνώρισα τη Φωτεινή παρά δυο βδομάδες αργότερα, την 23η Απριλίου. Έτσι, αυτά που θα σας πω για κείνη, δεν είναι πλήρως επεξεργασμένα, όπως θα ήθελα, δεδομένου του χρόνου που είχα στη διάθεσή μου μέχρι σήμερα για να σκεφτώ και να συντάξω το κείμενο που σας διαβάζω.

Όπως κάθε φορά που δέχομαι ένα νέο περιστατικό, όταν δηλαδή στήνω ψυχαναλυτικό αυτί για να ακούσω την ιστορία κάποιου που συναντώ για πρώτη φορά, έτσι και στην περίπτωση της Φωτεινής. Απέφυγα να έχω πληροφορίες για τη ζωή της πριν μου τις διηγηθεί η ίδια, πριν έχω προσωπική εμπλοκή μαζί της. Ισχυρίζομαι λοιπόν πως από την αρχή δεν ήμουν διόλου προκατειλημμένος, οι εντυπώσεις και τα συναισθήματα που γεννήθηκαν μέσα μου είναι καθαρή και αυθόρμητη αντίδραση στα λόγια που άκουσα.

Στη δουλειά μου, δεν είναι σπάνιο να υποδύομαι τον πεθαμένο. Να κάνω πως δεν υπάρχω, ίσα ίσα να αναπνέω. Για να αφήσω χώρο να μιλήσει ο άνθρωπος που έχει αυτή ακριβώς την ανάγκη. Να μιλήσει! Για να πετάξει έξω τη σαβούρα που κρατάει φυλακισμένη…, όταν έχεις κάτι κρυμμένο, χρειάζεσαι ένα δεσμοφύλακα να το κρατάει στο σκοτάδι. Αυτά ήταν λόγια της Φωτεινής.

Έτσι, στο περιστατικό όπου πάει στον τάφο των γονιών και της γιαγιάς της για να μιλήσει,
ταυτίστηκα με τους νεκρούς προγόνους, η παρομοίωση της σκηνής με ψυχαναλυτική συνεδρία όπου ο αναλυτής κάνει τον πεθαμένο, είναι αναπόφευκτη:
Αρχίζει διστακτικά να μιλάει στους πεθαμένους γονείς: σελ. 129.
-       Δεν θέλω να στενοχωρηθείτε με αυτά που θα σας πω… Ένα πρωινό στο χωριό πριν 21 χρόνια, άρχισε μια ιστορία. Θυμάστε το γείτονα, το κυρ Ανέστη τον θυμάστε έτσι; Μου είπε λοιπόν εκείνο το πρωινό να πάω να δω τα γατάκια που γέννησε η χοντρή η καφετιά, που της είχανε βγάλει το ένα μάτι. Για τη γάτα του λέω…
Ακολουθεί μια εκμυστήρευση-χείμαρρος, που, όσο εξασκημένη και να είναι η ψυχαναλυτική μου επιπλέουσα προσοχή, ομολογώ πως παρασύρθηκα, πως συγκινήθηκα.
Στέκομαι σ’ αυτό τον μονόλογο, διότι κρύβει όλη την τραυματική εμπειρία αυτής της γυναίκας. Μια ιστορία που διαδραματίστηκε στα παιδικά-εφηβικά της χρόνια αλλά που την τραυμάτισε ως το τέλος της διπλής ζωής της. Και που είναι το κλειδί της κατανόησης τής υπόθεσης. Της κατανόησης του μυθιστορήματος που διηγείται η Φωτεινή.

Το οικογενειακό μυθιστόρημα.  Έτσι ονόμασε  Ο Σίγκμουντ Φρόυντ τις διηγήσεις των ασθενών για την παιδική τους ηλικία. Ένα αφήγημα όπου ο καθένας στήνει την ιστορία της οικογένειας με τον δικό του τρόπο,  χρησιμοποιώντας αποσπάσματα της πραγματικότητας αλλά κυρίως φαντασιώσεις και απωθημένες επιθυμίες ώστε η ανακατασκευή του παρελθόντος να είναι σύμφωνη με την ψυχική του κατάσταση, συμφέρουσα για την ψυχική του εξέλιξη μέσα στην ψυχοθεραπεία.  Βέβαια, η κατασκευή αυτή μοιάζει πέρα για πέρα κατανοητή, αληθοφανής, ποτέ του ο ψυχαναλυτής δεν θα αναρωτηθεί αν αυτά που ακούει είναι η πραγματική πραγματικότητα ή μια φαντασίωση.  Γιατί αυτό δεν έχει καμιά σημασία.

Το οικογενειακό μυθιστόρημα της Φωτεινής είναι πολύπλοκο όπως κάθε ανθρώπινο παρελθόν όταν το παρατηρούμε μέσα από τον ψυχαναλυτικό φακό. Γεννήθηκε σε μια φτωχική οικογένεια, στο χωριό, με γονείς ξεριζωμένους από τον τόπο τους το 22. Ήταν η δίδυμη αδελφή της Αγγελικής. Ίδιες,  ολόιδιες. Στην εμφάνιση. Με πολύ διαφορετική συμπεριφορά όμως και φαινομενικά εντελώς ανόμοια ψυχοσύνθεση.
Αχ, το μυστήριο των διδύμων! Μελετώντας την ιστορία αυτή, συχνά εμφανίστηκαν στο μυαλό μου τα ερωτηματικά που τους αφορούν.
Τα ζευγάρια των διδύμων αποτέλεσαν και αποτελούν πόλο ενδιαφέροντος για την ψυχολογία, δεδομένης της ιδιαιτερότητάς τους.
Ποιες απροσδιόριστες δυνάμεις ώθησαν τις δυο αδερφές σε τόσο διαφορετικούς δρόμους στην περιπέτεια της ζωής; Ποια υπόγεια μονοπάτια τις οδήγησαν στην υποσυνείδητη προσπάθεια να διαχωριστούν, να πάρουν εκ διαμέτρου αντίθετες κατευθύνσεις, χωρίς όμως ποτέ να επιτύχουν να χωριστούν πραγματικά;
Η Αγγελική και η Φωτεινή, δίδυμες τριανταπεντάχρονες, η πρώτη πόρνη και η δεύτερη θρησκευόμενη νοικοκυρά.
Για την Αγγελική θα μάθω λίγα πράγματα. Όλες τις πληροφορίες για τη ζωή της θα τις αντλήσω από τα λεγόμενα της Φωτεινής. Μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη του μονόλογου. Αυτό που μένει πάντως σαν γεύση είναι ο άρρηκτος δεσμός αίματος, διπλός δεσμός, ομοζυγωτικός. 

Λέει η Αγγελική στη αδερφή της:
Φωτεινή, άσε τα ανάμματα στα καντήλια και κοίτα να ανάψεις τα αίματα στους άνδρες. Ρε παιδί μου, και εγώ πιστεύω στον θεό αλλά εσύ χέσε μέσα. Λιβάνια, προσευχές, μετάνοιες,   θανατίλα βρωμάς. Βάλε, μωρέ, και καμιά κολόνια. Το ξέρεις ότι μυρίζεις μοσχολίβανο και καμένο κερί; Δηλαδή, ρε Φωτεινή, πρέπει να διαλέξεις ή την ζωή με τις χαρές της και τα σκατά της ή το μοναστήρι. Άμα αποφασίσεις, πες και σε μένα για να κάνω το κουμάντο μου. Σ.31.

Την Φωτεινή εγώ την συμπάθησα. Βέβαια κι εκείνη έκανε τα πάντα για να ελκύσει την συμπάθειά μου. Η Φωτεινή είναι άνθρωπος της προηγούμενης γενιάς από μένα αλλά πολλές από τις εμπειρίες της  μου μίλησαν, ταίριαξαν με δικές μου αναμνήσεις και αναφορές. Όταν, ας πούμε, περιέγραφε την γειτονιά που έζησε, τις συνήθειες, το Ρομάντζο όπου διάβαζε ερμηνείες των ονείρων της, τα μαγαζιά όπου πήγαινε, το γαλατάδικο της ΕΒΓΑ με το τηλέφωνο της περιοχής. Τις θυμάμαι κι εγώ, τις ραδιοφωνικές εκπομπές που άκουγε στο μεγάλο ραδιόφωνο BRAUN με σκούρο ξύλο, που γυάλιζε κι έπιανε μέχρι Αίγυπτο.  Αναμνήσεις ζωντανές από την παιδική μου ηλικία, την δεκαετία του 60.

Ήμουν σχεδόν στην ολοκλήρωση του κειμένου που σας διαβάζω σήμερα όταν ένα γεγονός άλλαξε τα δεδομένα και χρειάστηκε να αλλάξω και εγώ πορεία στο γραφτό μου.
Ενώ έγραφα τις τελευταίες λέξεις του κειμένου που μόλις ακούσατε, χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού μου. Ήταν ο ταχυδρόμος που μου έφερνε ένα δέμα, ζητώντας μου χίλιες συγνώμες. Ήταν ένα βιβλίο, που είχε λέει παραπέσει στα ράφια της αποθήκης του ταχυδρομείου,  και, κανονικά θα έπρεπε να το είχα λάβει μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα. Κατάλαβα, θυμήθηκα το ναυαγισμένο ραντεβού με τη Φωτεινή, εξιχνιάστηκε το μυστήριο. Άνοιξα το φάκελο και βρήκα το βιβλίο του Τρύφωνα Ζαχαριάδη με τίτλο «Τι έγινε ρε Φωτεινή;».
Τώρα πια δεν έχω κανένα πρόσχημα, το βιβλίο με προσωπική αφιέρωση του συγγραφέα, έφτασε στα χέρια μου, πρέπει πια να γράψω για αυτό. Να παρουσιάσω το μυθιστόρημα, την έκδοση του  Αρμού, και όχι να μιλώ για την εντύπωση που μου έκανε η Φωτεινή για τις ταυτίσεις μου και για τα συναισθήματά μου απέναντί της.

Είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα. Το διάβασα πάλι, αυτή τη φορά όχι σαν ψυχοθεραπευτής, αλλά σαν αναγνώστης. Ξέρουμε πια πως κατά την ανάγνωση ενός κειμένου, ο καθένας διαβάζει το δικό του βιβλίο και, ανάλογα με αυτά που έχει μέσα του, βρίσκει και παίρνει από το έργο ό,τι ο ίδιος χρειάζεται, συν-δημιουργώντας με τον συγγραφέα. Την διεργασία αυτή τής ανάγνωσης περιέγραψε αναλυτικά (βλέπε ψυχαναλυτικά) ο Χάρης Μωρίκης στο βιβλίο του «Η λογοτεχνία στο ντιβάνι», επίσης εκδόσεις Αρμός. Αναφέρομαι σ’ αυτό το βιβλίο διότι χρησιμοποίησα πριν λίγο την κεντρική του ιδέα αλλά και γιατί εμπεριέχει στον τίτλο του δυο σπουδαίες λέξεις, λογοτεχνία και ντιβάνι.

Μπορεί μια θεοσεβούμενη νοικοκυρά να κοιτάζεται στον καθρέφτη και να βλέπει το πρόσωπο μιας πόρνης με τα ίδια χαρακτηριστικά; Σελ 25.  Ε λοιπόν, στο σύμπαν του συγγραφέα Τρύφωνα Ζαχαριάδη μπορεί. Η πορεία των δυο γυναικών μοιάζει παράλληλη και κυκλική, τόσο, που από απόσταση, δεν διακρίνεις τη διαφορά. Άλλωστε, το μυθιστόρημα αρχίζει και τελειώνει σχεδόν με τον ίδιο τρόπο, θα μπορούσε κανείς να το διαβάσει ανάποδα από το τέλος προς την αρχή, σαν  παλίνδρομο, θα έλεγα. Σαν ένας παραμορφωτικός καθρέφτης που μπλέκει το πρόσωπο με το είδωλό του, σαν το ριζικό των διδύμων.
Δεν θα σας πω περισσότερα για το τέλος του μυθιστορήματος, θα πω μόνο όμως, ότι όπως στις πρώτες σελίδες, έτσι και στις τελευταίες, εμφανίζεται απογυμνωμένη από φτιασίδια και μπιχλιμπίδια η ανθρώπινη υπόσταση: ο έρωτας με τον θάνατο βγάζουν τα μαχαίρια δίχως αναστολές, δίχως δεύτερες σκέψεις. Κυνικά, υποχθόνια, το αρχέγονο τυφλό πάθος θα επιβάλει την ακατέργαστη παρουσία του.

Κι αναρωτιέμαι: πώς άφησε ο συγγραφέας ανεξέλεγκτη αυτή την εξέλιξη; Πώς γίνεται ο άνθρωπος που έγραψε το βιβλίο Συντροφικότητα-Αποχωρισμός, εκδόσεις Αρμός, να επέτρεψε την ακατέργαστη εκδήλωση του πάθους στο μυθιστόρημά του;
Από το εξώφυλλο του Συντροφικότητα-Αποχωρισμός, αντιγράφω:
Με βάση τις σκιερές πλευρές του καθενός μας, στο βιβλίο αυτό, πραγματοποιείται μία διερεύνηση της συντροφικότητας και του φόβου της συντροφικότητας, της εγγύτητας και της απόστασης, της σύνδεσης και της αποσύνδεσης, που σε  κάθε τους εκδοχή κρύβουν μέσα τους μια ελπίδα αγάπης.
Η απάντηση που δίνω στο ερώτημα είναι πως εδώ, στο μυθιστόρημα, ο Τρύφων Ζαχαριάδης ενδιαφέρεται ακριβώς για τις σκιερές πλευρές του καθενός, τελεία. Δεν δρα ως ψυχοθεραπευτής, αλλά ως μυθιστοριογράφος, ως παρατηρητής.
Παρατηρητής της συντροφικότητας και του φόβου της συντροφικότητας, της εγγύτητας και της απόστασης, της σύνδεσης και της αποσύνδεσης των ηρώων του.
Όσο για την ελπίδα αγάπης που κρύβουν μέσα τους, αφήνει σε μας τους αναγνώστες να την ανιχνεύσουμε και να την φέρουμε στο φως, συν-δημιουργώντας μαζί του και όχι θεραπεύοντας.

Παρατήρησα μάλιστα πως ούτε μια φορά δεν εμφανίζονται στο μυθιστόρημα λέξεις όπως ψυχολογία, ψυχοθεραπεία, ψυχανάλυση κλπ… Επίσης, με την πρώτη ανάγνωση, νόμιζα πως ούτε καν η λέξη «ντιβάνι» δεν κάνει εμφάνιση. Εγώ όμως, θυμάμαι πως το 1965 το ντιβάνι, μάλιστα με πλάτη και μερικές φορές πιο πλουμιστό, με βιτρίνα για μπιμπελό και γυαλικά, είχε συχνά περίοπτη θέση στις τραπεζαρίες των μικροαστών της εποχής. Αυτή η λεπτομέρεια λείπει από την, κατά τα άλλα, λεπτομερή και μάλλον νοσταλγική περιγραφή των χώρων.

Το φαινόμενο λοιπόν της μη αναφοράς των ψυχοθεραπευτικών εργαλείων στο μυθιστόρημα, μου φέρνει μια υποψία: Λες γι’ αυτό ο Ζαχαριάδης να επέλεξε την εποχή αυτή για να ξεδιπλώσει το μυθιστόρημα, εποχή που ούτε περνούσε απ’ το μυαλό κανενός μέσου Έλληνα η ψυχοθεραπευτική ιδέα, πολύ περισσότερο η ψυχανάλυση και τα παράγωγά της; Λες να επέλεξε αυτή την εποχή για να μην μπει στον πειρασμό να κάνει καν ψυχαναλυτικές αναφορές και ερμηνείες στις αντιδράσεις και συμπεριφορές των ηρώων του;
Αν ισχύει αυτό είναι σοφή η επιλογή του. Πρώτον διότι έχει έναν υπέροχο τρόπο να περιγράφει την γοητευτική και ενδιαφέρουσα αυτή εποχή της ελληνικής «Χαμένης Άνοιξης». Και δεύτερον αποφεύγει να εμπλέξει στη λογοτεχνία του τις επαγγελματικές του διαστροφές. Κάτι που ομολογώ πως εγώ, στα γραφτά μου, όχι απλά δεν αποφεύγω αλλά επιδιώκω, δυστυχώς για πολλούς αναγνώστες μου.

Κι όμως, η ψυχανάλυση λάμπει δια της απουσίας της στο βιβλίο. Ίσως θα μου πείτε γιατί όπως λέγαμε πριν ο αναγνώστης, δηλαδή εγώ, διαβάζει το δημιούργημα με τον δικό του, προσωπικό τρόπο. Σε κάθε σελίδα λοιπόν της Φωτεινής, σκεφτόμουν πόσο χρήσιμη θα ήταν μια ψυχοθεραπευτική παρέμβαση στο περιβάλλον που στήνει ο Ζαχαριάδης.
Σκεφτόμουν κυρίως όμως, πως όσο κι αν προσπάθησε ο συγγραφέας Ζαχαριάδης να κρύψει την ιδιότητα του ψυχοθεραπευτή, λυπάμαι, δεν τα κατάφερε. Μια παροιμία, λιγάκι πρόστυχη, μου έρχεται στο νου, μα τολμώ να την χρησιμοποιήσω, καθώς το πλαίσιο τού κειμένου και η ελευθεριότητα στο λόγο του, νομίζω πως μου το επιτρέπουν: θέλει η πουτάνα να κρυφτεί μα η χαρά δεν την αφήνει.
Πράγματι, λοιπόν, το μυθιστόρημα είναι η χαρά του ψυχοθεραπευτή. Επίσης, ψάχνοντας περισσότερο, διαψεύσθηκα στην αρχική μου εντύπωση! Βρήκα τη λέξη «ντιβάνι» στο κείμενο! Και μάλιστα ένα ντιβάνι, σημειωτέον, κρυμμένο σε αποθήκη! Η λέξη έχει γλιστρήσει, δήθεν τυχαία, στη διήγηση ενός ονείρου, ενός ερωτικού ονείρου της Φωτεινής! Δεν σας θυμίζει ψυχαναλυτική κατάσταση;

Είδε ότι βρισκόταν στην μικρή αποθήκη της αυλής ξαπλωμένη στο ντιβάνι με το σομιέ.
Την φύλαγε αυτός ο ξένος στο λαιμό και στην κοιλιά και ένιωθε ένα γλυκό μούδιασμα από την μια, και από την άλλη ίδρωνε και έτρεμε σαν να την απειλούσε κάτι. Το σίγουρο είναι ότι ξύπνησε ταραγμένη, ακριβώς την ώρα που ένιωσε ευχαρίστηση ανάμεσα στα πόδια της.
Κι αναρωτιέται κάθιδρη η Φωτεινή:
Πώς να διώξει κάποιος τους πειρασμούς όταν κοιμάται; Σε καλό να μου βγει!.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, κατά την διήγηση του ονείρου, έχουμε πλήθος συνειρμών που σίγουρα ερεθίζουν τον ακροατή-ψυχοθεραπευτή να κάνει τις συνδέσεις του, που βάζει στο στόμα της Φωτεινής λόγια όπως:

Ήταν, λέει, ντυμένη με βαριά ρούχα και τυλιγμένη σε ένα παλιό κόκκινο πανωφόρι. Έκανε και καλά ότι δεν ζεσταινόταν με τόσα που φορούσε, αλλά αυτή έσκαγε. Ήθελε να τα πετάξει όλα από πάνω της και να ξεγυμνωθεί. Το κόκκινο παλτό της ερχόταν στενό. Το μέγεθός του πήγαινε πιο πολύ σε παιδί.
Πάντως αυτό το παλτό υπήρχε φυλαγμένο στο ντιβανομπάουλο. Σχεδόν αφόρητο και της το είχε χαρίσει η νονά της, όταν κόντευε τα 13.

Κάνω πρόχειρους υπολογισμούς, σ’ αυτή την ηλικία ήταν περίπου η Φωτεινή όταν συνέβη το τραύμα, το ανείπωτο μυστικό που αποκάλυψε στον τάφο. Ο ψυχοθεραπευτής συγγραφέας προετοιμάζει έτσι τον αναγνώστη για την εξέλιξη, μαεστρικά, «παστρικά» θα έλεγα κι εγώ συνειρμικά.

Χρώμα κόκκινο της φωτιάς σαν κι αυτό μόνο οι παστρικές κι οι κομμούνες το φοράνε, έλεγε η γιαγιά. Η κουμπάρα, φώναζε για την νονά της, πάει να κάνει το παιδί σαν τα μούτρα της. Επειδή είναι αυτή τσούλα και κόκκινη, θέλει να μας βάψει και το δικό μας παιδί προστυχιά.

Ή πάλι, στον ίδιο μονόλογο, τα λόγια τής Φωτεινής δεν είναι πολύτιμο καμπανάκι και μάθημα για όλους μας, για τον κάθε γονιό, τον κάθε άνθρωπο που αγαπάει τον διπλανό του;
Όταν χτίζεις τις μέρες σου με μυστικά, οι αλήθειες σε μαραζώνουν. Κανείς σας δεν πόνεσε, γαμώτο μου, με τον δικό μου πόνο. Φύγατε όλοι από τη ζωή, χωρίς ν’ ακούσετε κάτι που θα σας ανησυχήσει, κάτι που να σας κάνει να πείτε: Αυτό το παιδί βασανίζεται από τίποτα; Χαμπάρι όλοι σας!

Δεν θα σας κουράσω με πολλά επιχειρήματα που υποστηρίζουν την αποτυχία του συγγραφέα να κρύψει την ψυχοθεραπευτική του ιδιότητα.
Μονάχα ένα τελευταίο:
Βρισκόμαστε στην κηδεία της Αγγελικής. Κηδεία με περίεργη αξιοπρέπεια. Πρώτη φορά σ’ επαγγελματία πουτάνα, τόση αρχοντιά και σεβασμός, σκέφτεται ο κόσμος.
Εκεί, λοιπόν, έχουμε μια εξαιρετική σκηνή: Ανάμεσα σε αρχιμανδρίτες και παπάδες, δεκάξι τον αριθμό, δίπλα στα άπειρα στεφάνια, άλλα κανονικά κι άλλα δήθεν, που τάχα έστειλαν διάφοροι επώνυμοι σαν τη Μάγια Μελάγια, τη Μάρθα Βούρτση ή τον Ηλία Τσιριμώκο, εκεί μέσα στο πλήθος ακούγεται το εξής:
-Τι σου είναι ο άνθρωπος;
Τότε, Ο άντρας της κυρά Άννας από την Έβγα τους όρμησε, μια και τους γνώριζε, σαν του πάτησαν δικό του καλό.
-Τι να είναι, ρε μαλάκες, ο άνθρωπος, ότι κι εσείς! Ένας χαζός, που ασχολείται με το πώς τον βλέπετε, πώς θα θέλατε να είναι και δε βάζει μπροστά να γίνει αυτό που θέλει αυτός. Ζούμε μια ολόκληρη ζωή για τους άλλους και όχι για τον εαυτό μας.

Με έξυπνο τρόπο, ο Τρύφων Ζαχαριάδης περνάει το ψυχοθεραπευτικό μήνυμα μέσα από το μυθιστόρημα. Σοφή η επιλογή του να αφήσει να μιλήσουν οι ήρωες κι όχι οι ασθενείς του. Έστω κι αν τα λόγια τους είναι ακούσματα του ψυχαναλυτή στις συνεδρίες του.
Ο αγαπημένος μου Γάλλος ψυχαναλυτής και συγγραφέας ΠΟΝΤΑΛΙΣ, γράφει:

Με τον τρόπο του ο ψυχαναλυτής πλησιάζει τον μυθιστοριογράφο, αλλά μια ψυχανάλυση δεν μπορεί να γίνει μυθιστόρημα. Ανάμεσα στα δύο υπάρχει κάτι περισσότερο από διαφορά: Υπάρχει αντινομία.
Ο μυθιστοριογράφος, ακόμα κι αν εξαιρεί την γραμμική διήγηση, ακόμη κι αν φιλοδοξεί να μετατρέψει τον λόγο και να τον κάνει δικό του, θα είναι πάντα ένας αφηγητής, και αρκείται σ’ αυτό που μπορούν να μεταδώσουν οι γραπτές λέξεις. Μια ψυχανάλυση δεν μπορείς να την διηγηθείς. Ανήκει στον προφορικό λόγο και ανθίσταται στον γραπτό.
Ο ψυχοθεραπευτής Ζαχαριάδης λοιπόν, εμφανίστηκε εδώ σαν μυθιστοριογράφος. Μετέτρεψε τον λόγο, αφηγήθηκε μια ιστορία. Και μπορεί να βρίσκει κανείς κρυμμένα μέσα της όλα τα βασικά ψυχαναλυτικά στερεότυπα, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, την δύναμη της ερωτικής ενόρμησης, το βασανιστικό υπερεγώ με τα πρέπει και τις αναστολές του, τις συγκρούσεις του έρωτα με τον θάνατο, την ψυχοπαθολογία του τραύματος. Όλα όμως είναι δοσμένα δίχως ίχνος θεωρίας, με μυθοπλαστική σοφία, με πλοκή και περιγραφές που ψυχαγωγούν και διασκεδάζουν.

Με το «Τι έγινε ρε Φωτεινή» ο Τρύφων Ζαχαριάδης κατάφερε αυτό που τονίζουν μεγάλοι συγγραφείς όπως ο Ίταλο Καλβίνο αλλά και ο Μπέρτολντ Μπρεχτ:
«Πως ένας συγγραφέας έχει ηθική υποχρέωση να διασκεδάσει τον αναγνώστη. Η διασκέδαση είναι πολύ σοβαρό πράγμα. Η απόλαυση πρέπει να είναι το δώρο του συγγραφέα στον αναγνώστη που αγόρασε το βιβλίο του και επένδυσε τον χρόνο του στην ανάγνωση τόσων σελίδων: Πρέπει να ανταμειφθεί!»
Τυχαίνει λοιπόν να διαβάζω την ίδια εποχή τον ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΟ ΦΟΝΟ τού Ερνέστ Μαντέλ, την κοινωνική ιστορία του αστυνομικού μυθιστορήματος. Και έτσι απήλαυσα διπλά την διήγηση της Φωτεινής, το απόσπασμα της ζωής ανάμεσα σε δυο φόνους. Έστω κι αν δυσκολεύομαι να πω, «ανάμεσα σε δυο απολαυστικούς φόνους». Αλλά αυτό αφορά εμένα και τις δικές μου θεωρίες για τους φόνους, έστω και μυθιστορηματικούς, έστω και συμβολικούς.

Πάντως, πέρα από τα φονικά, ο Τρύφων Ζαχαριάδης πέτυχε απόλυτα την ψυχαγωγία του αναγνώστη. Το «Τι έγινε ρε Φωτεινή» με την πλοκή και τις περιγραφές του είναι απολαυστικό στην ανάγνωσή του, ανοίγοντας δρόμους στη σκέψη. Αξίζει να διαβαστεί και να αγαπηθεί!
Και για να επικαιροποιήσω λιγάκι τον λόγο μου, κλείνοντας το βιβλίο, και κάνοντας τις συνδέσεις με την προσωπική ιστορία του καθένα μας αλλά και με τα τραγικά γεγονότα της εποχής μας, αυθόρμητα θέλω να φωνάξω όπως στο γνωστό σύνθημα: είμαστε όλοι Φωτεινή!







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου