Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Η Μία, η Άλλη και η παρέα τους στο Φιλμ Νουάρ...


Φωτογραφία της συνέντευξης, Ιαν. 2015


Γράφει ο Κώστας Καρδερίνης στο περιοδικό Φιλμ Νουάρ:


Ο Γιάννης Βαϊτσαράς απαντάει στον Κώστα Γ. Καρδερίνη

- Η συγγραφή είναι χόμπι ή διέξοδος; Επικοινωνία ή αυτοΐαση;

Όπως ξέρεις, αγαπητέ Κώστα, η δουλειά που επέλεξα να κάνω στη ζωή μου είναι να ακούω από τη θέση του ψυχαναλυτή. Αυτό το συναρπαστικό επάγγελμα έχει μια βασική ιδιαιτερότητα: ο ψυχαναλυτής εκφράζεται όσο γίνεται λιγότερο την ώρα της συνεδρίας, αφήνοντας χώρο στον ελεύθερο συνειρμό του αναλυόμενου. ‘Ετσι, ας πούμε σχηματικά, πως στην συγγραφή βρίσκω το χώρο μου να εκφράσω τον δικό μου ελεύθερο συνειρμό. Αυτό ίσως εννοείς «αυτοΐαση».
Συγχρόνως είναι μια διασκεδαστική ενασχόληση με τα κεντρικά ανθρώπινα θέματα, δηλαδή με τον έρωτα και τον θάνατο, αλλά και με την ίδια την ψυχανάλυση, δίχως θεωρία, αλλά χτίζοντας φανταστικές ιστορίες. Αυτές ναι, σίγουρα δίνουν ανακουφιστική διέξοδο σε προσωπικές και επαγγελματικές μου ανησυχίες και αμφισβητήσεις.

- Ποιο είναι το πιο συναρπαστικό κομμάτι της συγγραφικής διαδικασίας;

Είναι η ώρα που αναρωτιέμαι πώς, παίζοντας με τις λέξεις και τις προτάσεις, θα αποδώσω με γραπτό κείμενο μιαν ιδέα ή μια εικόνα που εμφανίζεται, που επιβάλλεται, θα έλεγα, στο νου, κυρίως όταν δεν την περιμένεις. Αυτή η αλλαγή, η συγκεκριμενοποίηση, η παραγωγή γραπτού λόγου με αρχή μέση και τέλος, είναι η πιο συναρπαστική στιγμή της δημιουργίας.

- Υπάρχει άραγε αυτό που λέμε "προσωπικό μυθιστόρημα";

Δεν ξέρω τι είναι το «προσωπικό μυθιστόρημα». Νομίζω πως οτιδήποτε σκέφτεται ή γράφει κανείς είναι προσωπικό. Όλα περνούν από το φίλτρο της «προσωπικότητας» αυτού που γράφει, η επιλογή των θεμάτων, το ύφος που θα εκφραστούν, οι λέξεις που θα χρησιμοποιηθούν, όλα είναι προσωπικά στοιχεία του συγγραφέα. Δίχως να είναι απαραίτητα αυτοβιογραφικά, όλα τα συνθετικά ενός κειμένου κρύβουν μέσα τους τις μετουσιωμένες εμπειρίες του γράφοντος ή των ανθρώπων που συνάντησε στο δρόμο του. Ναι, ο συγγραφέας σκάβει μέσα στο παρελθόν το δικό του και των άλλων, μπλέκει τα δικά του με τις εμπειρίες και ακούσματα που τον άγγιξαν και που υιοθέτησε. Έτσι χτίζει τους ήρωές του, και τα «μυστικά» τους.

- Γιατί έδωσες επιθετικούς προσδιορισμούς στις βασικές ηρωίδες;

Στο μυθιστόρημα αυτό, πράγματι, το θέμα της ονομασίας, του ονόματος, είναι κεντρικό. Απ΄ την ψυχαναλυτική θεωρία ξέρουμε πόσο σημαντικό είναι το όνομα στην ταυτότητα ενός ανθρώπου, όπως και οι λόγοι για τους οποίους φέρει κάποιος το συγκεκριμένο όνομα. Με τους «επιθετικούς προσδιορισμούς» όπως λες, αναδεικνύεται, νομίζω, περισσότερο η σημασία τού ονόματος, της συνωνυμίας, ακόμα και της επιθυμίας αλλαγής ονόματος.

- Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι δυικοί όπως κι ο τίτλος;

 Το διπλό είναι πάντα το αγαπημένο μου θέμα. Και το έζησα αρκετά έντονα στη ζωή μου: Δυο χώρες, δυο γλώσσες, δυο επαγγέλματα...
Για τους χαρακτήρες του βιβλίου, τι να πω; Είναι θέμα ερμηνείας. Του αναγνώστη. Εξαρτάται από τι θα προβάλλει ο καθένας πάνω τους.

- Τι υπάρχει να μας περιμένει μετά θάνατον;

Δεν έχω ιδέα!

- Υπάρχουν διαφορές μεταξύ "αδελφικής φιλίας", "στενής φιλίας" και "επικούρειας φιλίας"; 

Φιλία να’ ναι κι ας λέγεται όπως θέλει. Εννοώ πως το πολύτιμο δώρο της ζωής που λέγεται φιλία, που όντως μπορεί να εμφανίζεται σε διάφορες αποχρώσεις, οφείλουμε (ή έχουμε «επικούρειο» όφελος) να την ανιχνεύουμε, να την τροφοδοτούμε και να την τιμούμε. Στενή ή αδελφική, αποδεικνύεται συχνά δυνατότερη από τους πανίσχυρους (;) δεσμούς εξ αίματος. Αυτό προσπαθεί να πει το μυθιστόρημα.

http://www.thessalonikinfo.gr/giannis-vaitsaras/

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014


Συνειρμοί...

Ο ψυχαναλυτής Αναστάσιος Ντυπόν, η Μία, η Άλλη και όλη η παρέα τους βρήκαν τη θέση τους στα ράφια των βιβλιοπωλείων και τις βιτρίνες. Περιμένουν τώρα τους καινούργιους φίλους για το ταξίδι της ανάγνωσης στους κόσμους της φαντασίας. Για τον προορισμό θα ευθύνονται από κοινού, ο αναγνώστης, οι ήρωες και ο συγγραφέας.
Στα σίγουρα, ο κόσμος αυτός δεν θα απομακρύνεται απ' τα ψυχικά μονοπάτια και τις αμφισβητήσεις τους... 




Πιο πίσω, ίσως σε κάποιο σκονισμένο ράφι, ένας άλλος γνωστός μας ψυχαναλυτής, ο Νικηφόρος Φωκάς, χαίρεται για τους νιοφερμένους ένοικους του βιβλιοπωλείου. Χαίρεται γιατί δεν του είναι άγνωστοι. Είχε κάποτε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή μαζί τους, αλλά μετά την έκδοση του βιβλίου που τον αφορά.
Πράγματι, στα Διηγήματα Ψ, δεν περιλαμβάνεται το παρακάτω διήγημα. Έτσι το ταξίδι της ανάγνωσης που λέγαμε, έχει έναν τουλάχιστον στόχο: Την σύνδεση των γεγονότων και των συναισθημάτων, την συνειρμική συσχέτιση των ονομάτων, των εκπλήξεων και των περίπλοκων ψυχικών καταστάσεων…

                                    Καλή ανάγνωση.

Η κηδεία (Διήγημα)

Κλασικά η Χαλκιδική αποτελεί τον αγαπημένο προορισμό των Θεσσαλονικέων για σαββατοκύριακα και διακοπές, και ο Νικηφόρος Φωκάς δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Έτσι δεν είχε τύχει ποτέ μέχρι τώρα να επισκεφτεί το Πήλιο. Και να που σήμερα έρχεται στο μαγικό βουνό για δεύτερη φορά μέσα σε δυο μέρες.
-Τι περίεργη που είναι η ζωή, μουρμουρίζει οδηγώντας μέσα στο καυτό αυγουστιάτικο μεσημέρι. Χθες περνούσα πάλι από δω, αλλά με πόσο διαφορετική διάθεση!
Κοιτάζει πλάι στο δρόμο τον λαχταριστό Παγασητικό και τους κολυμβητές που χαίρονται την δροσιά του. Σε άλλη περίπτωση θα σταματούσε ευχαρίστως για μια βουτιά, αλλά τώρα, μέσα στα πένθιμα ρούχα και με μαυρισμένη την καρδιά, η περίπτωση θαλάσσιας  απόλαυσης αποκλείεται.
«Χτες ναι!, χτες θα μπορούσα να το έχω κάνει, αν είχα προβλέψει να ακυρώσω κάποια απογευματινά ραντεβού πριν φύγω. Αλλά έτσι είναι ο άνθρωπος! Όταν οι ευκαιρίες τού έρχονται στο πιάτο, αυτός κάνει τον αδιάφορο πιστεύοντας πως θα υπάρξουν σύντομα άλλες, πιο δελεαστικές», μονολογεί μελαγχολικά.

Η ευκαιρία να ξανάρθει στο Πήλιο (αν και η λέξη «ευκαιρία» δεν ταιριάζει στην περίσταση) εμφανίστηκε λίγες ώρες αφότου είχε επιστρέψει από το πρώτο του ταξίδι στο όρος των Κενταύρων. Η συνάδελφός του, Άννα Ντυπόν, τού τηλεφώνησε για να του ανακοινώσει τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα της. Πέθανε ήρεμα, μέσα στον ύπνο του, λέει, η κηδεία θα γίνει σήμερα το απόγευμα, στις έξι. Αν μπορεί ας πάει, αλλά ξέρει πόσο δύσκολο είναι… ας κάνει όπως νομίζει!

Το ενδεχόμενο να απουσιάζει ο Φωκάς από αυτή την κηδεία, δεν υπήρχε ούτε σαν αμυδρή, φευγαλέα σκέψη στο νου του. Θα ακύρωνε όλες τις προγραμματισμένες συνεδρίες, θα άλλαζε προγράμματα και δεδομένα, θα υπέμενε, αν χρειαζόταν, μύριες όσες κατηγορίες και παράπονα από τους ασθενείς του, αλλά θα έτρεχε με χίλια, για να είναι παρών στον τελευταίο χαιρετισμό τού αγαπημένου του ψυχαναλυτή.

Ο Αναστάσιος Ντυπόν υπήρξε ο αναλυτής τού Νικηφόρου. Αυτός ο αγέρωχος σοφός τον οδήγησε με μαεστρία, με τέχνη και υπομονή στον μεγάλο και περίπλοκο κόσμο της ψυχανάλυσης. Πριν γνωρίσει τον Ντυπόν, σε ένα κομψό γραφείο της Λεωφόρου Νίκης, η ζωή τού Νικηφόρου ήταν μέτρια, συνηθισμένη, καθημερινή, οριακά υποφερτή, αλλά κυρίως άχρωμη!  Ο γέρος ψυχαναλυτής τούδωσε την ευκαιρία να την χρωματίσει. Ο Ντυπόν έβαλε τα πινέλα και το μουσαμά, ο Φωκάς ανάπτυξε τα ταλέντα του. Η συνεργασία ήταν θυελλώδης αλλά ανακουφιστική και εξαιρετικά δημιουργική. Το αποτέλεσμα έδωσε ένα καταπληκτικό έργο τέχνης, που φυλούσε κρυμμένο ο Νικηφόρος βαθειά μέσα του, σαν πολύτιμο θησαυρό. Ελπίζει μονάχα πως οι ασθενείς του το νιώθουν, εύχεται να παίρνουν και εκείνοι το μερίδιο που τους αναλογεί από την κληρονομιά τού αριστουργήματος που του άφησε ο Ντυπόν.

Χθες, είχε ξανακάνει αυτό τον δρόμο πηγαίνοντας να τον συναντήσει. Ήταν καλεσμένος της οικογένειας Ντυπόν στην πρεμιέρα του θεατρικού που έγραψε ο καλλιτέχνης αναλυτής του. Το έργο παίχτηκε στο εξοχικό σπίτι του γέρου συγγραφέα σε ένα άγνωστο πηλιορείτικο χωριό. Ο Νικηφόρος το απήλαυσε! Και το χωριό, και το ταξίδι, και το έργο, αλλά χάρηκε, προ παντός, τα λίγα εγκάρδια  λόγια που αντάλλαξε με τον υπερήλικα πια «δάσκαλο». Εννοείται πως το ευχαριστήθηκε χωρίς φυσικά να έχει την παραμικρή υπόνοια πως θα ήταν η τελευταία φορά που μιλούσαν. Έζησε μιαν όμορφη, ειδυλλιακή βραδιά, αλλά, όπως συμβαίνει συχνά στη ζωή, υπήρξε κάποια ενοχλητική λεπτομέρεια. Αυτή χάλασε την συνταγή της ονειρεμένης στιγμής στο βουνίσιο περιβάλλον της τελειότητας. Μάλιστα, τώρα που το σκέφτεται, καθόλου λεπτομέρεια δεν ήταν! Αντίθετα, η διαβολική σύμπτωση, η ατυχής και εκνευριστική συγκυρία αποτέλεσε κεντρικό και άκρως δυσάρεστο γεγονός:
Προς το τέλος, ευτυχώς, της βραδιάς, ανάμεσα στους θεατές τής παράστασης αναγνώρισε μια κυρία που τον είχε πρόσφατα επισκεφθεί στο γραφείο του. Αυτό από μόνο του ήταν άσχημο για τον Φωκά, καθώς αντιπαθεί ιδιαίτερα να συναντάει ασθενείς του εκτός γραφείου. Αλλά η ανάμνηση που κρατάει από την επίσκεψη της συγκεκριμένης γυναίκας αποτελούσε μια πολύ ιδιάζουσα περίπτωση που μέσα στην γιορτινή ατμόσφαιρα της παράστασης έπαιρνε για τον ψυχαναλυτή εκρηκτικές διαστάσεις. 
Η κυρία, περιχαρής πλάι στον Αναστάσιο Ντυπόν, δεν φάνηκε να τον αναγνώρισε, προς μεγάλη του ανακούφιση. Ο Νικηφόρος περίμενε την κατάλληλη στιγμή απουσίας της, πλησίασε τον ενενηντάρη σοφό του και, μετά την σύντομη συνομιλία τους, αποσύρθηκε και επέστρεψε στην Θεσσαλονίκη.
Το γεγονός που του θύμισε η παρουσία της, ενώ  παρακολουθούσε την παράσταση μερικά μέτρα πιο κει, έχει ως εξής:

Ένα απόγευμα, εμφανίζεται στο γραφείο του μια καλοντυμένη και όμορφα χτενισμένη κυρία, γύρω στα εβδομήντα. Του συστήνεται με το μικρό της όνομα, που, αν η μνήμη του δεν τον απατάει, είναι Μ. Από την πρώτη στιγμή τού ζητάει επίμονα να κρατήσει το απόρρητο της επίσκεψης, τον παρακαλεί να την διαβεβαιώσει πως δεν θα συζητήσει με κανέναν απολύτως τα θέματα που την απασχολούν. Κι αυτό γιατί όσα έχει να του πει εμπλέκουν έναν σοβαρό «συνταξιούχο συνάδελφό του», που η κυρία δεν θα ήθελε να εκθέσει επ’ ουδενί.
 Είναι αρκετά νευρική, με το βλέμμα χαμηλωμένο στα δάχτυλα των χεριών της. Εκφράζεται δύσκολα, αλλά ο Φωκάς διαισθάνεται πως έχει ανάγκη να του μιλήσει. Περιμένει υπομονετικά.

-Στο φιλικό μου περιβάλλον, αρχίζει, υπάρχει τώρα ένας κύριος, ο συνάδελφός σας όπως έλεγα πριν, που από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα άσκησε πάνω μου μιαν ανεπανάληπτη γοητεία. Γνωριστήκαμε όταν μετακόμισα, πριν από λίγους μήνες, καθώς τυχαίνει να μένει στο διπλανό διαμέρισμα.
Εξηγεί λοιπόν στον Φωκά, πως από τότε που χήρεψε, δηλαδή πριν είκοσι χρόνια, δεν είχε ουδέποτε αισθανθεί έλξη για άλλον άντρα, δεν είχε τύχει ή δεν είχε αφήσει την καρδιά της να σκιρτήσει για οποιαδήποτε αρσενική παρουσία. Γι αυτό τώρα είναι αναστατωμένη, αισθάνεται εγκλωβισμένη σε μιαν ιστορία με κάποιον που γνωρίζει ελάχιστα, αλλά για τον οποίο οι φαντασιώσεις της οργιάζουν. Γι αυτό ήρθε! Για να προσπαθήσει να τιθασεύσει το πάθος της, να αντιμετωπίσει ψύχραιμα την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα αποκλείει τέτοιες γελοιότητες, οι γεροντικοί έρωτες είναι κάτι που μισεί, που θεωρεί παλιμπαιδισμούς και αστεία παιδιαρίσματα, δεν μπορεί να επιτρέπει στον εαυτό της να ονειρεύεται τέτοια πράγματα, δεν γίνεται, δεν θέλει, δεν γίνεται να θέλει!
-Τι πράγματα; ρωτά δήθεν αδιάφορα ο Φωκάς.
Η κυρία, ξαναμμένη, τον κοιτάζει στα μάτια, επίμονα, και ξανακατεβάζει το βλέμμα.
-Βασανίζομαι από φαντασιώσεις, του λέει. Σε άσχετες στιγμές, αλλά ιδιαίτερα το βράδυ όταν ξαπλώνω, φαντάζομαι πως ο κύριος αυτός έρχεται στο κρεβάτι μου με λαγνεία και ερωτικές διαθέσεις, με πλησιάζει με τρυφερότητα και αντρική δύναμη, με πάθος, με ορμή και με αγάπη συγχρόνως. Πολλή αγάπη, τόση που φτάνει στα άκρα… 
Κομπιάζει.
Το χειρότερο είναι πως ενδίδω. Πάντα ενδίδω! Σε όλες αυτές τις φαντασίες, δέχομαι τις ορέξεις του με ευχαρίστηση, το σώμα μου σκιρτάει από ηδονή, λες και τα ζω στην πραγματικότητα. Μετά, όταν καταλαγιάζω, είναι αδύνατον να κοιμηθώ χωρίς υπνωτικό, καταλαβαίνετε…
-Μμμ, κάνει ο Φωκάς και την αφήνει να συνεχίσει.
-Ξέρετε, είναι πολύ δύσκολο για μένα. Έχω είκοσι χρόνια να αγγίξω αντρικό σώμα, να με αγγίξει ανθρώπινο χέρι, δεν ξέρω, εσείς, μόνος ζείτε; Έχετε συντροφιά; Γνωρίζετε την μοναξιά; Ελπίζω όχι. Είναι βαρύ πράγμα. Ασήκωτο! Μ’ αυτό τον άνθρωπο ξανανιώθω γυναίκα, τώρα που πια πέρασα τα εβδομήντα, γελοίο δεν είναι; Κάνουμε όμορφες συζητήσεις, εκείνος μιλάει για τα ψυχαναλυτικά άδυτα του ανθρώπου και με μαγεύει, με σαγηνεύει. Εγώ του διηγούμαι την ιστορία μου, και εκείνος ξέρει να ακούει όπως δεν μ’ άκουσε ποτέ κανείς, με συμβουλεύει, με ενθαρρύνει, δίνει νόημα στην παράξενη υπόθεση που λέγεται ζωή. Τον ακούω και νιώθω μέλι να στάζει από τα χείλη του. Τα χείλη αυτά που, αργότερα, στο κρεβάτι μου, φαντάζομαι πως φιλάω με ηδονή. Και μετά τα χάδια και τα φιλιά φαντάζομαι κι άλλα πιο περίεργα πράγματα να συμβαίνουν ανάμεσά μας. Πως η αγάπη μας παίρνει μιαν άλλη πιο σκληρή μορφή, πως ασκεί πάνω μου ερωτική βία, με χτυπήματα και μώλωπες αλλά εγώ τα δέχομαι γιατί είναι δικά του και γι αυτό τα αγαπώ, κι ας με βασανίζουν κι ας με πονάνε…
Το πρόσωπό της είναι συσπασμένο, ο ψυχαναλυτής αισθάνεται περίεργα, άβολα. Άθελά του κάνει κάποιες σκέψεις για τον κύριο «συνταξιούχο συνάδελφό» του. 
Δεν μπορεί, σκέφτεται, θα την έσπρωξε κάπως ο πονηρούλης γεροπόρνος! Τρέχα γύρευε πώς την τύλιξε έτσι την κακομοίρα, πώς της ενέπνευσε όλες αυτές τις σεξουαλικές διαστροφές, με τι γαλιφιές και γλυκόλογα της μιλάει, κι άντε τώρα τούτη δω να ξεμπερδεύει…
Κοντολογίς, ο Φωκάς είχε ήδη φτιάξει στη φαντασία του ένα πορτραίτο διαστροφικού ψυχαναλυτή, όπως άλλωστε συχνά ακούει να λέγονται τέτοια στην πόλη. Πολλά φημολογούνται για διάφορους κομπογιαννίτες, δήθεν θεραπευτές, που την πέφτουν στις ασθενείς τους, πως χρησιμοποιούν τα ψυχαναλυτικά κόλπα τους για να φτάνουν τους ρυπαρούς στόχους τους.  Αισθάνθηκε μάλιστα να θυμώνει μαζί του, να τον κατηγορεί για παράβαση καθήκοντος, για κατάχρηση εξουσίας, για κακοποίηση τής δεοντολογίας. 
Είχε πάρει φόρα, ένιωθε πως ήταν έτοιμος να της  ζητήσει το όνομά του για να τον καταγγείλει στον ιατρικό σύλλογο. Όμως, ευτυχώς, ο Νικηφόρος Φωκάς ξέρει να συγκρατείται, αυτή είναι η δουλειά του, να ακούει κι όχι να κρίνει σαν κοινός δημόσιος κατήγορος. Έτσι, μετανοιωμένος, κρατάει το στόμα του κλειστό, περιμένει την συνέχεια της διήγησης.

Η κυρία Μ, αφού άδειασε το σακί με τους προβληματισμούς της, μοιάζει τώρα πιο ανάλαφρη, πιο ανακουφισμένη. Του λέει πως τον ευχαριστεί που την άκουσε, πως πνιγόταν να κρατάει μόνη της το βάρος όλων αυτών των σκέψεων και τολμηρών ονειροπολήσεων. Κι αν αισθανόταν την ανάγκη θα τηλεφωνήσει πάλι, να έρθει να του ξαναμιλήσει, ελπίζοντας πως δεν θα χρειαστεί, πως η δύναμη της εγκλωβισμένης ερωτικής της διάθεσης θα βρει διέξοδο σε άλλα, πιο αποδεκτά, για κείνη, κανάλια. Πάντως τον ευχαριστεί για την υπομονή αλλά κυρίως για την εχεμύθεια που ελπίζει από κείνον.

Ο Νικηφόρος, διασχίζοντας μια κατάφυτη περιοχή με οπωροφόρα και οργιώδη βλάστηση, πλάι στη θάλασσα, φρενάρει απότομα. Αισθάνεται ότι είναι σε απόσταση αναπνοής απ’ το να αλλάξει άρδην τα πλάνα του, να πετάξει μαύρες γραβάτες και πένθιμα κοστούμια και να βουτήξει στα ανακουφιστικά νερά του Παγασητικού. Η ιδέα ότι πλάι στον αγαπημένο του νεκρό θα ξαναδεί την καλοχτενισμένη κυρία να κλαίει και να θρηνεί, αναπολώντας τις χαμένες ηδονές τού πόνου, τού είναι ανυπόφορη.

Αυτόματα όμως συνειδητοποιεί και κάτι ακόμα, κάτι ουσιαστικό, που τώρα του φαίνεται απείρως πιο αβάσταχτο. Αντιλαμβάνεται πως αισθάνεται ντροπή και τύψεις. Μια ογκώδης και ασύλληπτη ενοχή τον κατακλύζει. Πώς τόλμησε η φαντασία του, πώς μπόρεσε έστω και για δευτερόλεπτα, να υποψιαστεί για γεροπόρνο και διαστροφικό τον «συνταξιούχο συνάδελφο» που περιέγραφε η Μ; Πώς έφτασε η αρρωστημένη του ψυχή σε τέτοιο σημείο αθλιότητας που να περάσει από το νου του η σκέψη πως ο άγνωστος φίλος τής ασθενούς του, ο μυστηριώδης ψυχαναλυτής τού "απορρήτου" θα μπορούσε ανεξέλεγκτα να ασκεί τις σαδιστικές του λαγνείες πάνω της; 
Η πραγματικότητα με τις εκπλήξεις και τις ανατροπές της τού ρίχνει τώρα ένα δυνατό χαστούκι. Διότι, φυσικά, αν ήξερε ο Φωκάς για ποιόν μιλούσε η Μ, οι υποψίες και οι κατηγόριες του θα εξανεμίζονταν. Τόσο ηλίθιος είναι!

Ξανασφίγγει τον κόμπο της γραβάτας του. Θα πάει στην κηδεία! Και όταν θα λέει αντίο στον ψυχαναλυτή του θα του ζητήσει σιωπηλά συγνώμη. Μια βαθειά και έντιμη συγνώμη. Θα του ζητήσει συγχώρεση, όχι που τον υποψιάστηκε χωρίς να ξέρει ποιος είναι, αλλά, κυρίως, που αθέτησε τον όρκο του, που αμέλησε την «καλοπροαίρετη στάση δίχως κριτική», που ο γίγαντας Ντυπόν τού είχε διδάξει τόσο γενναιόδωρα.







Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Η Λογοτεχνία στο ντιβάνι.


Γράφει ο Γιάννης Βαϊτσαράς

Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΟ ΝΤΙΒΑΝΙ
Παρουσίαση βιβλίου τού Χάρη Μωρίκη, εκδόσεις ΑΡΜΟΣ
Σάββατο 8/11/14


Μακάρι να υπήρχε έστω κάποιος τρόπος να ανακαλύψουμε σ’εμάς ή στους ομοίους μας, γράφει ο Σίγκμουντ Φρόιντ, μια δραστηριότητα καθ’οιονδήποτε τρόπο συγγενική με αυτήν της ποίησης!
(Με τον όρο ποίηση, ο Φρόιντ εννοεί την ευρύτερη έννοια της λογοτεχνίας). Διερευνώντας την, λέει, θα μπορούσαμε έστω να ελπίζουμε ότι θα πετύχουμε μια πρώτη διασάφηση της ποιητικής δημιουργίας. Οι ίδιοι οι ποιητές αρέσκονται να υποβαθμίζουν την απόσταση μεταξύ της δικής τους ιδιοτυπίας και του ανθρώπινου όντος εν γένει, και έτσι συχνά μας διαβεβαιώνουν ότι όλοι κρύβουμε μέσα μας έναν ποιητή-λογοτέχνη. Ότι ο τελευταίος ποιητής θα πεθάνει μαζί με τον τελευταίο άνθρωπο.
Το απόσπασμα αυτό από το άρθρο του Φρόιντ «Ο ποιητής και η φαντασίωση»[1], δίνει το στίγμα της ενασχόλησης του πατέρα της ψυχανάλυσης με την λογοτεχνία και την ποίηση, με την τέχνη γενικότερα, που οδηγεί από την φαντασία στην πραγματικότητα.
Έτσι, μπαίνω στο σημερινό μας θέμα που είναι η λογοτεχνία μέσα από τον φακό της ψυχανάλυσης.

Κατά την διάρκεια του προσωπικού μου ταξιδιού από την φαντασία στην πραγματικότητα, εννοώ την συγγραφή, είχα την τύχη να συναντήσω έναν συνταξιδιώτη, που αμέσως κατάλαβα πως θα κάναμε καλή συντροφιά στα ψυχαναλυτικά μονοπάτια. Ο συνταξιδιώτης λέγεται Χάρης Μωρίκης.
Έχουμε πολλά κοινά, περνάει κι εκείνος τον περισσότερο χρόνο της μέρας του πίσω από ένα ντιβάνι, αλλά να, που και οι δυο μας, χρειαζόμαστε και κάτι άλλο. Κάτι που να ανοίγει δρόμους στη φαντασία, κάτι που να συνδέει την ψυχανάλυση με την τέχνη και άρα με την ανθρώπινη πραγματικότητα. Κι αυτό το κάτι άλλο ειναι η συγγραφή.
Συναντηθήκαμε λοιπόν στο σταυροδρόμι. Η αφορμή δόθηκε όταν μου ζητήθηκε να παρουσιάσω το πρώτο βιβλίο του Μωρίκη που δίνει έναν ψυχαναλυτικό τρόπο ανάγνωσης του Καβαφικού έργου. Το εξαιρετικό εκείνο βιβλίο, κάπως δύσκολο στην ανάγνωσή του, λέγεται ΕΚΟΜΙΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗΝ[2]. Με χειρουργική ακρίβεια και μέθοδο ο Μωρίκης αναλύει το φαινόμενο Κωνσταντίνος Καβάφης.
Με εντυπωσίασε τότε, όπως άλλωστε και σήμερα, με την λεπτομερειακή, μεθοδική και επιστημονική δουλειά που κάνει πάνω στο λογοτεχνικό έργο. Πιστεύω πως με το ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΟ ΝΤΙΒΑΝΙ (όπου ομολογώ έκανε φιλότιμες προσπάθειες διευκόλυνσης του αναγνώστη), καθώς και με το ΕΚΟΜΙΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗΝ ο Μωρίκης κομίζει εις την τέχνην αλλά και εις την ψυχανάλυσιν τεράστια δώρα.
Ομολογώ εδώ τώρα, πως πέρα από τον θαυμασμό μου, αισθάνομαι και κάτι σαν ανησυχία, σαν φόβο, μπροστά στην ευαίσθητη και εξωνυχιστική έρευνητική ματιά του. Διότι, αντίστροφα, κι ο Χάρης διαβάζει και παρουσιάζει δικά μου γραπτά, καταλαβαίνετε λοιπόν την αμηχανία μου. Νιώθω σαν όλους εκείνους που ακούω να μου λένε κατά καιρούς, πως «από σας τους ψυχαναλυτές δεν μπορεί κανείς να κρυφτεί, διαβάζετε την ψυχή σαν σε ακτινογραφία». Αυτή λοιπόν ειναι η κύρια ανησυχία μου. Πως ο ψυχαναλυτης Μωρίκης με διαβάζει στα κείμενά μου, σαν σε ακτινογραφία.
Ναι, και ο κάθε συγγραφέας θα με καταλάβει, (φαντάζομαι πως σ’αυτη την αίθουσα υπάρχουν κάποιοι δημιουργοί, ή και πολλοί αν πιστέψουμε τα λεγόμενα του Φρόιντ περί του ποιητή που κρύβει ο καθένας μέσα του), ο κάθε συγγραφέας νιώθει να εκτίθεται όταν δημοσιεύει τα γραπτά του. Πολύ δε περισσότερο όταν ο αναγνώστης-κριτικός είναι ψυχαναλυτής.
Φυσικά, η ανησυχία μου κορυφώθηκε όταν έφτασε στα χέρια μου το βιβλίο που έχουμε μπροστά μας σήμερα, Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΟ ΝΤΙΒΑΝΙ, Διαβάζοντας λογοτεχνία με τον φακό της ψυχανάλυσης. Θα με διαβάσει σαν ακτινογραφία, σκέφτηκα.
Με καθυσυχάζει όμως ο ίδιος μέσα από το βιβλίο του. Διότι είναι σαν να μου λέει, μην ανησυχείς, αυτό που γίνεται στην ανάγνωση είναι απείρως πιο σύνθετο από την ακτινογραφία. Διότι εμπλέκει αναπόφευκτα την ψυχή του αναγνώστη. Αυτό λοιπόν με ησύχασε. Οι ευθύνες των φαντασιώσεων τώρα θα είναι μοιρασμένες.

Ένα πρώτο ερώτημα που με απασχόλησε διαβάζοντας αυτό το βιβλίο είναι το τι αραγε ωθεί έναν ψυχαναλυτή στο να ερμηνεύσει ή να διερευνήσει επιστημονικά την λογοτεχνική δραστηριότητα των συγγραφέων. Και είναι εμμέσως μια ερώτηση που απευθύνω στο φίλο Χάρη, ξέροντας πως όσο και να προσπαθήσω εγώ, σίγουρα εκείνος θα δώσει μια πιο δυνατή και τεκμηριωμένη θεωρητική απάντηση στο θέμα. Ξέρετε, οι αρχικές σπουδές του Χάρη ήταν στη Νομική. Άρα έχει ασκήσει τις εξαιρετικές του ικανότητες στο λόγο και την τεκμηρίωση.
Αλλά ας τολμήσω μιαν εξήγηση.
Έδωσα προηγουμένως το παράδειγμα του Φρόιντ.
Μοιάζει να τον απασχολεί ιδιαίτερα η κατανόηση της καλλιτεχνικής δημιουργίας υπό το πρίσμα της ψυχανάλυσης. Αλλού, στην «Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση»[3] ο Σίγκμουντ Φρόιντ γράφει πως ο καλλιτέχνης είναι κάποιος που ωθείται από εξαιρετικά ισχυρές ορμικές ανάγκες (ενόρμηση-ορμή). Έτσι, λέει, όπως κάθε άλλος με ανικανοποίητους πόθους, απομακρύνεται από την πραγματικότητα και μεταφέρει το ενδιαφέρον και την λίμπιντό του στις επιθυμίες των φαντασιώσεών του. Και κάθε φορά που επιτυγχάνει στο έργο του, ανοίγει στους άλλους τον δρόμο για την ανακούφιση και την ικανοποίηση των δικών τους ασυνείδητων πηγών ηδονής και αποκομίζει την ευγνωμοσύνη και τον θαυμασμό τους. Κερδίζει –μέσω της φαντασίας του- ό,τι μέχρι τότε κέρδιζε μόνο στην φαντασία του: δόξα, δύναμη και την αγάπη των γυναικών...
Τώρα γι αυτό το τελευταίο δεν ξέρω αν ισχύει για σένα και το συγγραφικό σου έργο, Χάρη, πάντως στην δική μου περίπτωση δεν φαίνεται κάτι τέτοιο προς το παρόν τουλάχιστον.
Τέλος πάντων έτσι έγραψε ο Φρόιντ το 1916.
Σ’αυτή την κάπως προκλητική έκφραση περί δόξας δύναμης και αγάπης γυναικών, που φυσικά σηκώνει πολλή σκέψη και συζήτηση, καθώς και στο ερώτημα «πώς προσεγγίζεται το έργο τέχνης ή το λογοτέχνημα» έρχονται να απαντήσουν ερευνητές, καλλιτέχνες και σύγχρονοι ψυχαναλυτές.
Ήδη από το 1924, ο ζωγράφος και θεωρητικός της τέχνης Roger Eliot Fry, με το κείμενό του που εκφωνήθηκε στη Βρετανική Ψυχολογική Εταιρία[4], αναγνωρίζει την ιδιαιτερότητα της ψυχαναλυτικής προσέγγισης τού έργου τέχνης που βασίζεται στην ασυνείδητη επιθυμία, συμφωνώντας εν μέρει με την φροιδική άποψη και προτείνοντας στους ψυχολόγους να συνεχίσουν να ρίχνουν φως στο κίνητρο του καλλιτέχνη.
Οι σημερινοί ψυχαναλυτές θεωρούν την ανάγνωση του λογοτεχνικού έργου σαν ενα πνευματικό παιχνίδι. Δεν πιστεύουν, και με το δίκιο τους, πως κατέχουν την απόλυτη γνώση, αλλά η ανάγνωση του έργου τέχνης τους επιτρέπει να ανακαλύψουν τον τρόπο που λειτουργεί ο ανθρώπινος ψυχισμός και, όπως υποστηρίζει ο Andre Green αναλύονται κι αυτοί εξ’ισου από το έργο, όσο το αναλύουν οι ίδιοι.
Εδώ ακριβώς έρχεται να συμβάλλει ο Χάρης Μωρίκης με το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα, Η Λογοτεχνία στο Ντιβάνι.

«Περιπέτεια» χαρακτηρίζει την ανάγνωση ο Μωρίκης.
«Η ανάγνωση είναι μια περιπέτεια που αφορά το κείμενο, τον αναγνώστη και τον συγγραφέα, με αβέβαια κάθε φορά έκβαση, και γι’ αυτό συναρπαστική...» Κι βάζει το ερώτημα:
«Τι σχέση έχει ένα κείμενο με τον ψυχικό κόσμο και το ασυνείδητο και πώς εμπλέκεται και κινητοποιείται ο αναγνώστης όταν έρχεται σε επαφή μαζί του;»
Θα απαντήσει μέσα στις σελίδες τού βιβλίου του με ευαισθησία, σεμνότητα, ευρυμάθεια, και βαθειά γνώση όπως γράφει ο Σωτήρης Μανωλόπουλος στην πρώτη γραμμή του προλόγου και συμφωνώ απόλυτα μαζί του.

Νομίζω πως οι παρακάτω προτάσεις δίνουν την κεντρική ιδέα της έρευνάς του: Βρίσκονται στη σελίδα 53.
Η ανάγνωση λογοτεχνίας είναι μια διαλεκτική διαδικασία παραγωγής, από την πλευρά του κειμένου, δεκτικότητας, από την πλευρά του αναγνώστη. Πάντοτε υπάρχουν επαγωγές, αναγωγές, κατασκευές, από την πλευρά του αναγνώστη. Η ανάγνωση όπως και η ακρόαση του λόγου είναι μια ψυχολογική, ψυχοδυναμική διαδικασία, μέσα στην οποία ο ακροατής διαρκώς συνεισφέρει τα δικά του ψυχικά μορφώματα, τις δικές του εσωτερικές διεργασίες, με τις ιδιαιτερότητές τους.

Πρόκειται για μια καλαίσθητη έκδοση 143 σελίδων. Η οκτασέλιδη βιβλιογραφία δίνει την εικόνα του πονήματος. Φυσικά κυρίαρχη θέση έχει το Φροιδικό έργο, αλλά υπάρχουν πολλοί τίτλοι σύγχρονων ψυχαναλυτών, φιλοσόφων, ερευνητών, λογοτεχνών και ποιητών.
Το βιβλίο αυτό ειναι το δεύτερο δημοσιευμένο τμήμα μιας τετράπτυχης εργασίας που διερευνά τις ενδοψυχικές διεργασίες της καλλιτεχνικής δημιουργίας και της τέχνης, είναι γραμμένο σε 4 κεφάλαια.

Στο πρώτο γίνεται μια επισταμένη έρευνα στην σχέση ψυχανάλυσης και λογοτεχνίας. Αναφέρονται, μεταξύ άλλων, όλες οι αναφορές του Φρόιντ στην λογοτεχνία. Επίσης οι ψυχαναλυτικές εργασίες επί προιόντων τέχνης που, ξεφεύγοντας από την κλασική ανάλυση, ονομάζονται εφαρμογές της ανάλυσης.

Το δεύτερο κεφάλαιο μιλάει για την εφαρμοσμένη ανάλυση, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της. Πώς προσεγγίζεται η λογοτεχνία από τον πατέρα τής ψυχανάλυσης με σκοπό να εφαρμώσει στα κείμενα την ψυχαναλυτική θεωρία που ήδη έχει συγκροτήσει. Εδώ ο Μωρίκης επισημαίνει εναν κίνδυνο: πως ειναι εύκολο να βασιλεύσει η ερμηνευτική αυθαιρεσία μέσα στην εφαρμοσμένη ανάλυση. Η λεγόμενη «άγρια ανάλυση».
Οι ερμηνευτικές προσπάθειες δεν είναι ασκήσεις υποκειμενικής αυθαιρεσίας, λέει ο Μωρίκης. Ούτε βέβαια χρειάζεται να μεταπίπτουν στον αντίποδά τους σε αντικειμενικές θετικιστικές αυτο-έγκυρες ερμηνείες επειδή και μόνον είναι ενήμερες της υποκειμενικότητάς τους. Διοτι αυτό ακριβώς είναι το θέμα που απασχολεί τον συγγραφέα: ότι στην κριτική και ερμηνεία λογοτεχνικών κειμένων από ψυχαναλυτική σκοπιά παραχωρείται πλέον χώρος και ενδιαφέρον στην υποκειμενικότητα του αναγνώστη ως συνδημιουργού του κειμένου.

Θέλω να σταθώ λίγο στον συσχετισμό που κάνει ανάμεσα στα ζευγάρια ψυχαναλυτής-ψυχαναλυόμενος απ’ τη μια και συγγραφέας-αναγνώστης απ’ την άλλη.
Ο αναλυτής ακούει, και πίσω από τις λέξεις, ψάχνει τις ασυνείδητες ψυχικές κινήσεις του αναλυόμενου. Αντίστοιχα, και φυσικά δίχως να το επιδιώκει, ο αναγνώστης αναγνωρίζει (δεν είναι ενδιαφέρουσα η ετυμολογική σύνδεση των δυο λέξεων;) τις ασυνείδητες ψυχικές κινήσεις του συγγραφέα. Και στις δυο περιπτώσεις τα ασυνείδητα συντονίζονται, κι αυτή ακριβώς είναι η μαγεία τόσο της ψυχανάλυσης όσο και της λογοτεχνίας.

Η ψυχανάλυση δίνει λοιπόν μια μέθοδο ερμηνείας των γραπτών που είναι προιόντα του ψυχικού έργου του ανθρώπου. Όπως στο ντιβάνι, έτσι και στα κείμενα αποκαλύπτονται πράγματα που δεν ειναι γνωστά στη συνείδηση. Και ο ψυχαναλυτής «αντιδρά συναισθηματικά απέναντι στο κείμενο όπως σε οποιαδήποτε άλλη παραγωγή του ασυνείδητου», λέει ο Μωρίκης. Κι όπως είπα για τον Andre Green «αναλύονται κι αυτοί εξ’ισου από το έργο, όσο το αναλύουν οι ίδιοι»[5]. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την ψυχανάλυση.

«Αντιδρά συναισθημετικά...» Χάρηκα που συνάντησα αυτή τη λέξη στο κείμενο, διότι, το συναίσθημα φαντάζει σαν έννοια-ταμπού στα βιβλία των ψυχαναλυτών. Ένιωσα έκπληξη λοιπόν, περιμένοντας άλλον όρο όπως «αντιδρά υποσυνείδητα» ή άλλη ψυχαναλυτική έννοια, συνιθισμένος σε γραφτά ψυχαναλυτών, συνήθως στεγνά συναισθήματος, στερημένα από την έννοια της αγάπης. Όπως επίσης σε κείμενα που αναφέρονται στην τέχνη, που τόσο συχνά βασίζονται στην αισθητική και την στημένη (με ήτα και με γιώτα) εικόνα. Ενώ η καθημερινότητα των ψυχαναλυτών όπως και των καλλιτεχνών πάλλεται από συναίσθημα. Άσχετα αν αγωνίζονται να ελέγξουν την επιρροή του οδηγώντας το στα θεωρητικά κανάλια της ενόρμησης, της λίμπιντο ή της μεταβίβασης.
Ο Μωρίκης με τις τελευταίες γραμμές τού «αντί επιλόγου» του, κλείνει το πόνημα, μιλώντας για τις «δυνάμεις της ζωής και του έρωτα που η λογοτεχνία και η τέχνη συμπυκνώνουν και υποστασιωπιούν κατ’εξοχήν».

Αυτά περίπου είχα να πω για το βιβλίο του Χάρη Μωρίκη. Το έγραψε με μέθοδο, σαφήνεια και προσοχή στην πλούσια βιβλιογραφία. Και μας δίνει το αποτέλεσμα που έχουμε μπροστά μας. Να το διαβάσουμε και να το αναλύσουμε...

Σας εύχομαι καλή ανάγνωση και καλές «επαγωγές, αναγωγές και κατασκευές» κατά την «Μωρίκια» έκφραση...




[1] Σ. Φρόιντ, Ο Ποιητής και η Φαντασίωση, εκδόσεις Πλέθρον, 2011.
[2] Mωρίκης Χάρης, Εκόμισα εις την Τέχνην, Εκδόσεις ΠΟΤΑΜΟΣ, 2011.
[3] Σ. Φρόιντ, Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση, Εκδόσεις ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ, 1996.
[4] Roger Eliot Fry, The Artist and Psycho-analysis, Hogart Press, London 1924.
[5] André GREEN, Un œuil en trop, Editions de Minuit, Paris, 1969.