Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016
Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016
Η ευτυχία να είσαι νευρωτικός
Την Δευτέρα 31/10/16 παρουσιάσαμε στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Αρμός το βιβλίο του Dominique Drillon, Η ευτυχία να είσαι νευρωτικός.
Για το βιβλίο μίλησαν οι:
http://www.armosbooks.gr/product_info.php/products_id/157634?sid=b2f81c3a6c7804f89d7fdc0d9e38c181
Το κείμενο Γ. Βαϊτσαρά:
Για το βιβλίο μίλησαν οι:
Ξανθίππη Τσελέντη, μεταφράστρια, κοινωνιολόγος
Βασιλική Τσίγκανου, μεταφράστρια, νομικός
Γιάννης Βαϊτσαράς, συγγραφέας, ψυχαναλυτής
http://www.armosbooks.gr/product_info.php/products_id/157634?sid=b2f81c3a6c7804f89d7fdc0d9e38c181
Το κείμενο Γ. Βαϊτσαρά:
Καλησπέρα.
Αρχίζω με ένα χαρούμενο νέο: Αν πιστέψουμε τον τίτλο του βιβλίου που
παρουσιάζουμε σήμερα, είμαστε όλοι ευτυχισμένοι! Ναι, καθότι όλοι μας, άλλος
λίγο άλλος πολύ, είμαστε νευρωτικά άτομα. Άρα ευτυχείς. Κι εδώ που τα λέμε
δίκιο έχουμε να πλέουμε σε πελάγη ευτυχίας, διότι, κατά την θεωρία των ψυχικών
δομών ο ανθρώπινος ψυχισμός έχει δυο επιλογές: Την νευρωτική δομή απ’ τη μια
και την ψυχωτική από την άλλη. Σίγουρα είναι ευτυχία να βρίσκεσαι στην πρώτη
περίπτωση. Βέβαια, επειδή τα ψυχικά
φαινόμενα διέπονται από πολυπλοκότητα και δύσκολα κατατάσσονται με
σιγουριά, η ψυχιατρική και η κλινική ψυχολογία αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν και
μια τρίτη κατηγορία ψυχικής δομής, την οριακή. Όπου βρίσκουμε ανάκατες όλες τις
ιδιαίτερες μορφές ψυχισμού που δεν αντιστοιχούν σε νευρωτικούς ή ψυχωτικούς,
και που δεν είναι λίγες και αμελητέες.
Ωστόσο, ο τίτλος του γαλλικού πρωτοτύπου του βιβλίου που μας
ενδιαφέρει, έχει και συνέχεια: «Η ευτυχία να είσαι νευρωτικός και κυρίως (συνεχίζει)
πώς να μην σταματήσεις να είσαι»! (υπονοώντας πώς να μην θεραπευτείς). Με τον λίγο
ειρωνικό και προκλητικό υπότιτλο ο Dominique
Drillon δηλώνει εξ αρχής τον τρόπο που θα πλησιάσει τις
νευρώσεις μέσα στο βιβλίο: Παιγνιώδης αλλά και σοβαρός, ελαφρός αλλά και
υπεύθυνος, ενημερωτικός αλλά όχι «επιστημοφανής» και βαρετός.
Μου θύμισε κάποια σχολικά εγχειρίδια της γαλλικής μέσης εκπαίδευσης
όπου εργάστηκα την δεκαετία του 90. Τα βιβλία εκείνα με εντυπωσίαζαν με την πρωτοτυπία
και τη δροσιά τους, όπου επιστημονικά κείμενα, εμπεριστατωμένα και σοβαρά,
γραμμένα σε μια προσιτή και προσεκτική γλώσσα, πλαισιώνονταν από εικόνες,
ένθετα άρθρα και αποφθέγματα, ασκήσεις και ερωτηματολόγια, με τρόπο ώστε η
ανάγνωση να είναι όσο γίνεται περισσότερο εύκολη, εύπεπτη, γιατί όχι διασκεδαστική
ή ακόμα και δημιουργική. Έχοντας πάντα βέβαια κατά νου τον στόχο: Την υπεύθυνη
ενημέρωση, ευαισθητοποίηση και
εμβάθυνση στο θέμα που διαπραγματεύεται το βιβλίο. Θεωρώ
ότι ο Drillon το πέτυχε απόλυτα, η έκδοση που έχουμε στα
χέρια μας δίνει με πρωτοτυπία όλα τα στοιχεία που χρειάζεται ο αναγνώστης για την διερεύνηση και κατανόηση των κυριότερων θεμάτων που απασχολούν
τον συνηθισμένο νευρωτικό άνθρωπο, δηλαδή όλους μας.
Δεν είναι η πρώτη φορά που προσκαλούμαι να μιλήσω για ένα βιβλίο,
συνεχίζω όμως να νιώθω αμήχανα μπροστά στο εγχείρημα. Προετοιμάζοντας τη
σημερινή παρουσίαση, έπεσα πάνω σε ένα κεφάλαιο που μου στάθηκε πολύτιμο στην
προσπάθειά μου, καθώς προέβλεπα το τρακ που θα είχα απέναντί σας. Διάβασα
λοιπόν τις παρακάτω γραμμές σαν να απευθύνονταν προσωπικά σε μένα:
Σελ 277
Νομίζετε ότι... με το ταλέντο.
Να υποθέσω ότι και στην δική μου περίπτωση, το τρακ που νιώθω να
σημαίνει πως ήρθε το ταλέντο; Είναι μια αισιόδοξη υπόθεση που ομολογώ πως με
γοητεύει.
Συνεχίζω την ανάγνωση:
Σελ. 277
Το τρακ είναι... ορισμένες γραπτές σημειώσεις.
Αυτό έκανα, ακολουθώντας τη συμβουλή του κυρίου Drillon. Στρώθηκα λοιπόν
μπροστά στον υπολογιστή κι άρχισα να γράφω. Δεν ξέρω αν έχετε παρόμοια
εμπειρία, αλλά μια λευκή οθόνη με τον κέρσορα να περιμένει αναβοσβύνοντας
ανυπόμονος, σας διαβεβαιώ πως είναι μια δύσκολη στιγμή. Ευτυχώς βρήκα
ανακούφιση στη σελίδα 272:
Στο πρώτο στάδιο... του λόγου.
Γράφοντας προσπαθώ πάντα να μπαίνω στη θέση του ακροατή αναγνώστη, αποφεύγοντας
όσο γίνεται τις «πολύ υψηλού επιπέδου διαλέξεις», και ίσως γι’ αυτό να μην
άκουσα ποτέ ως τώρα, κι ελπίζω να μην το ακούσω σήμερα την ατάκα περί «μεγαλοφυίας».
Ορίζω λοιπόν τον στόχο μου για την σημερινή μου ομιλία και σχεδιάζω το
πλάνο όπως το περιγράφει ο συγγραφέας στο κεφάλαιο Μεγαλείο και δυσκολίες του λόγου, σελίδα 265. Κρατώ τις σημειώσεις
για μένα, σε σας θα προσπαθήσω να παρουσιάσω το βιβλίο, προσπαθώντας να σας
πείσω πως πρόκειται για μια σπουδή περί των νευρώσεων γραμμένη με έναν σχεδόν
απολαυστικό τρόπο, που αποφεύγει κοινοτοπίες και ξύλινη γλώσσα. Ο
Dominique Drillon έχει ένα λόγο κατανοητό και συγκροτημένο.
Και μια που μιλώ για γλώσσα, θέλω να υπογραμμίσω το εξής: Καθώς ο Αρμός
φρόντισε να μου δυσκολέψει τη ζωή αφήνοντάς μου μόνο 14 μέρες περιθώριο για να
συντάξω το κείμενό μου, σκέφτηκα να προτρέξω: Πριν εμφανιστεί λοιπόν η παρούσα
έκδοση έριξα μια ματιά στο γαλλικό βιβλίο. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως η
μετάφραση είναι πιστότατη, ακριβέστατη. Το κείμενο είναι τουλάχιστον όσο καλογραμμένο,
ευχάριστο και κατανοητό είναι και το γαλλικό πρωτότυπο.
Στο βιβλίο υπάρχουν:
Η εισαγωγή, με τους τύπους των ψυχικών παθήσεων και προτάσεις για
ευτυχία παρά την νεύρωση.
το κεφάλαιο 1, για τις διαπροσωπικές σχέσεις του νευρωτικού,
το κεφάλαιο 2, για τις κοινωνικές σχέσεις του νευρωτικού,
το κεφάλαιο 3, για την αναγνώριση και τη θεραπεία των νευρώσεων.
Ακολουθεί το Συμπέρασμα.
Εκεί, διασχίζοντας μονοπάτια από την μυθολογία, την φιλοσοφία, την
τέχνη, την πειραματική ψυχολογία, περνώντας από το θέατρο και τον
κινηματογράφο, φτάνει στο φαινόμενο της Μεταμόρφωσης, λέγοντας:
Ο καθένας φέρει την ευθύνη να ζει καλά, αποδεχόμενος τη νεύρωσή του.
Φτάνουμε στο προκείμενο: Τι είναι η νεύρωση; Τι σημαίνει το είμαι
νευρωτικός;
Ο όρος εμφανίστηκε στην ιατρική το 1777, ως εκφυλισμός του νευρικού
συστήματος. Πολύ αργότερα, ο Φρόιντ εισάγει με την ψυχαναλυτική θεωρία την
θεμελιώδη έννοια των ενδοψυχικών συγκρούσεων. Και συνδέει την νεύρωση με το
υποσυνείδητο και την ιστορία του ατόμου, ιδιαίτερα τις εμπειρίες της παιδικής
ηλικίας:
Η νεύρωση είναι μια ψυχογενής πάθηση όπου τα συμπτώματα αποτελούν
συμβολική έκφραση ψυχικής σύγκρουσης, η οποία έλκει την καταγωγή της στην
παιδική ιστορία του ατόμου και οδηγεί σε συμβιβασμούς ανάμεσα στην επιθυμία και
την άμυνα.
Το εύρος της έννοιας του όρου νεύρωση ποικίλλει ανάλογα με την εποχή. Στις
μέρες μας όταν χρησιμοποιείται μεμονωμένα, δηλώνει συνήθως τις κλινικές μορφές
που μπορούν να αναπτυχθούν στην ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση στην υστερία και στη
φοβική νεύρωση.
Τώρα, νευρωτικοί είμαστε όλοι μας, όπως είπαμε στην αρχή. Παθολογικά
νευρωτικός όμως είναι εκείνος που εμποδίζεται να έχει μια κανονικότητα στη ζωή
του, όταν τα συμπτώματα που εμφανίζονται έχουν τέτοιαν ένταση που του
δημιουργούν πρόβλημα στην καθημερινότητά του.
Το όριο ανάμεσα στο φυσιολογικό και το παθολογικό αποτέλεσε και
αποτελεί θέμα μόνιμης συζήτησης στους κύκλους των επαγγελματιών ψυχικής υγείας.
Διότι το όριο αυτό είναι δυσδιάκριτο και, κυρίως, ποικίλλει στις διάφορες
κοινωνίες και χρονικές στιγμές. Όλες οι προσπάθειες ταξινόμησης των ψυχικών
φαινομένων έρχονται αντιμέτωπες με το πρόβλημα αυτό, δηλαδή τον ορισμό του
παθολογικού. Γι’ αυτό αναγκάζονται εκ των πραγμάτων να αναθεωρήσουν και να
επικαιροποιήσουν τις εκδόσεις τους σύμφωνα με τα εκάστοτε δεδομένα.
Με βρίσκει σύμφωνο η σχετικότητα με την οποία προσεγγίζει συγγραφέας το θέμα της παθολογίας των
νευρώσεων. Δείχνει προσοχή στις διατυπώσεις του, αποφεύγοντας την διαγνωστική
παντοδυναμία και την ακαμψία των ορισμών του.
Παράδειγμα:
Το τεστ 2, σελ 92. Και τα αποτελέσματα, σελ. 327.
Ο Drillon κλείνει την εισαγωγή, αφού δώσει κάποια κλινικά παραδείγματα νευρώσεων
με τρεις προτάσεις για να ζει κανείς ευτυχισμένος παρά τις νευρώσεις του. Με
ποιους τρόπους δηλαδή μπορεί κανείς να έχει μιαν ικανοποιητική ζωή,
παρακάμπτοντας τα εμπόδια που του παρουσιάζονται στην ψυχική του εξέλιξη.
Αναφέρεται σε τρεις έννοιες:
1. Την αλλαγή αντίληψης. Γράφει, σελ 23:
Έτσι, ένα από τα μυστικά...
2. Την ψυχική ανθεκτικότητα.
3. Την μετουσίωση.
Θα επανέλθει στις έννοιες αυτές, στο τελευταίο κεφάλαιο όταν θα μιλήσει
για το Εγώ και τους μηχανισμούς άμυνας.
Μια από τις αρετές του βιβλίου του Ντομινίκ Ντριγιόν είναι η ευρύτητα.
Μια ανοιχτή ματιά που αποκλείει την γενικευμένη και ανόητη διαμάχη, που
επικράτησε στις προηγούμενες δεκαετίες (και επικρατεί ακόμα σε κάποιους
κοντόφθαλμους επιστημονικούς κύκλους). Μια άχρηστη αλλά συμφέρουσα για
διάφορους πολεμική, ένας ανταγωνισμός ανάμεσα στις νευροεπιστήμες και την
ψυχανάλυση.
Αντίθετα ο Ντριγιόν, αγκαλιάζει όλο το φάσμα των εμπλεκόμενων
επιστημών. Μιλώντας, ας πούμε, για το συναίσθημα αναφέρει μια σκέψη του Μπλεζ
Πασκάλ, σελ. 35.
Προς κάθε κατεύθυνση. Το βιβλίο προσπαθεί την ουδετερότητα. Δεν
επιχειρεί να προβάλει τη μια ή την άλλη άποψη για την ψυχική υγεία. Μιλάει
εκτενώς για τη σχέση του εγκεφάλου με τα συναισθήματα και τις συγκινήσεις,
περιγράφει μελέτες για τη συναισθηματική νοημοσύνη και τη λειτουργία του
κεντρικού νευρικού συστήματος. Για να καταλήξει, ευτυχώς κατά τη γνώμη μου, πως
οι νευροεπιστήμονες επιβεβαίωσαν αυτό που πρόβαλε η ψυχανάλυση (θα πρόσθετα με
κάποια αφέλεια: και ο κοινός νους): Πως οι εμπειρίες μας επηρεάζουν τις τωρινές
μας συμπεριφορές και το μέλλον μας.
Ο Ντριγιόν είναι ψυχαναλυτής.
Στα κλινικά παραδείγματα που δίνει (και είναι πολλά) πάντα το παρελθόν
και οι εμπειρίες του ασθενούς έρχονται στο προσκήνιο, μέσα στην προσπάθεια
κατανόησης και διερεύνησης των τωρινών συμπεριφορών. Μιλάει για πολλές
συμπεριφορές σε σχέση με την επίδραση που έχουν οι μεγάλες κοινωνικές εξελίξεις
στον ψυχισμό του ατόμου. Η θρησκεία, η εκπαίδευση, η οικογένεια, οι θεσμοί, τα
ΜΜΕ, εξελίσσονται, και μαζί τους η ανθρώπινη ψυχική πορεία του καθένα μας.
Στη σελίδα 80 δίνει, σε ένθετο πλαίσιο, ένα παράδειγμα για την επίδραση
της τεχνολογικής εξέλιξης στις αντιδράσεις του ατόμου. Συγχρόνως φέρνει στην
επιφάνεια την έννοια του Εγώ, έννοια που θα αναπτύξει εκτενώς σε άλλο σημείο του βιβλίου. Εκεί θα μιλήσει για
τις ψυχικές βαθμίδες: Υπερεγώ, Εγώ, Εκείνο. Είναι η γνωστή δεύτερη τοπική του
Φρόιντ, που μας βοηθάει στην κατανόηση των νευρώσεων, ως έκφραση της
ασυνείδητης ψυχικής σύγκρουσης ανάμεσα στα τρία στοιχεία.
Οι διάφοροι εθισμοί, οι διατροφικές διαταραχές, οι ψυχαναγκασμοί θα
παρουσιαστούν από τον συγγραφέα ως συμπτώματα ενός νευρωτικού ανθρώπου,
χρησιμοποιώντας μια εύστοχη έκφραση:
Είναι η τέχνη, λέει, της πλήρωσης των κενών. Πάντα με ιστορικές και
καλλιτεχνικές αναφορές, με κλινικά παραδείγματα και με τεστ.
Οι φοβίες, που είναι διαφορετικό από τους φόβους, η αγωνία, η
κατάθλιψη, θα συμπεριληφθούν στα νευρωτικά συμπτώματα που συνδέονται με την
ιστορία του ατόμου και τις ψυχικές του συγκρούσεις.
Μια κλινική περίπτωση, η Κλωντιά, σελ. 123.
Με αυτό το παράδειγμα περνώ στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, που δίνει
ιδέες για θεραπεία των νευρώσεων δείχνοντας κατανόηση για τις δυσκολίες που
αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι μπροστά στην ψυχοθεραπεία.
Το πρόβλημα είναι διπλό:
Το πρώτο και κυριότερο ερώτημα είναι: Θέλω να θεραπευτώ; Μπορώ να
θεωρήσω πως χρειάζομαι βοήθεια ειδικού, πως δεν θα τα καταφέρω μόνος μου; Με
άλλα λόγια, πιο ψυχαναλυτικά, μπορώ να κάμψω τις αντιστάσεις μου;
Το δεύτερο και λιγότερο σημαντικό είναι πού να απευθυνθώ;
Φυσικά τα δυο συνδέονται, πολλές φορές το επιχείρημα «καμιά θεραπεία
δεν μου ταιριάζει, κανένας ψ δεν μου εμπνέει εμπιστοσύνη» έρχεται να απαντήσει
στο πρώτο ερώτημα: Δεν μπορώ να αποχωριστώ τα συμπτώματά μου, υπονοώντας
συνειδητά ή όχι, «δεν μπορώ να χάσω τα παράπλευρα οφέλη που μου προσφέρουν». Κάτι σαν το στίχο του ποιητή «και τώρα τι θα
γίνουμε χωρίς βαρβάρους, οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύση...»
Είναι λύση τα ψυχοφάρμακα; σας διαβάζω την τελευταία παράγραφο του
βιβλίου:
Σελ 322.
Κλείνω το βιβλίο, για να σας πω το εξής, τελειώνοντας αυτή την (ελλιπή
σίγουρα) παρουσίαση:
Εσείς θα το ανοίξετε σε λίγο. Ακόμα κι αν πρόκειται για πλασέμπο, αν
καταφέρει να σας δώσει ενδιαφέρον και ευχαρίστηση, διάθεση για δουλειά και ζωή,
μην ανησυχείτε! Χαρείτε το!
Αυτή είναι η ευχή μου: Να ανοίγουμε παράθυρα στη σκέψη μας, να
απομυθοποιούμε τα αδιέξοδα. Μπορούμε, αν θέλουμε, να είμαστε ευτυχείς με τις
νευρώσεις μας.
Αρκεί να τις αναγνωρίζουμε για δικές μας, να τις υιοθετούμε, να τις
φροντίζουμε, με όποιον τρόπο κι αν επιλέξουμε. Να τις φροντίσουμε όμως, δηλαδή
να τις θεραπεύσουμε (με την ετυμολογική έννοια της λέξης: Να ασχοληθούμε
συστηματικά με προσοχή και κατανόηση). Αυτό μας κάνει δυνατούς αλλά κυρίως,
χρήσιμους, πολύτιμους για κείνους που αγαπούμε στο στενό ή στο ευρύτερο
περιβάλλον μας.
Ευχαριστώ για την προσοχή σας. Γ.Β.
Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016
Κριτική Διονύση Παπακώστα
Ο φίλος συγγραφέας Διονύσης Παπακώστας, μου έστειλε την ακόλουθη κριτική τού μυθιστορήματος Αγαπητέ μου κύριε Ψ.
Τον ευχαριστώ από καρδιάς.
Τον ευχαριστώ από καρδιάς.
“ΑΓΑΠΗΤΕ ΜΟΥ ΚΥΡΙΕ Ψ”
ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΜΟΣ
Αγαπητέ φίλε Γιάννη Βαϊτσαρά,
Κριτικός λογοτεχνίας δεν
είμαι,
λογοτεχνίας έργα κρατώ,
κριτικές δεν ασκώ,
το συναίσθημα κρατώ
και τις σκέψεις μου κι αυτές
τις γράφω
με τον κοντυλοφόρο που
κρατώ.
Αρχίζω την ανάγνωση, παγιδεύομαι αυτοστιγμεί σε ένα
λογοτεχνικό χωρόχρονο, σ’ ένα περιβάλλον γοητευτικό, συναισθηματικό και
σφραγισμένο από τη ψυχανάλυση που από μικρός τόσο αγαπώ.
Αναπόφευκτα, απ’ της ψυχικής ζωής τη νομοτέλεια,
πλανιέμαι στις σκέψεις, στα συναισθήματα, στην σπάνια παραμυθία που χαρίζει η
έμπνευση του συγγραφέα. Το ταξίδι ξεκινά και εγώ με χαρά καταπιάνομαι να
καταγράψω τις σκέψεις που γεννά μέσα μου:
Ο συγγραφέας, νους παρατηρητικός, εστιάζει στις φαινομενικά
αμελητέες (εντός εισαγωγικών) λεπτομέρειες, οι οποίες όμως έχουν τη δύναμη να
σκηνογραφούν με ακρίβεια τον περιβάλλοντα χώρο και χρόνο και μ’ αυτό τον τρόπο σε
βάζει, δίχως καλά-καλά να το καταλάβεις, μέσα στον κόσμο του κειμένου…
Εκμεταλλευόμενος έντεχνα διάφορες αφορμές, μας
προσφέρει περιγραφές που στόχο τους έχουν να επισημάνουν τις ψυχικές
καταστάσεις των ηρώων του, σαν το σιάξιμο ας πούμε των μαλλιών με το ένα ή και
τα δυο χέρια, ή άλλες κινήσεις ψυχικής εκτόνωσης, καθρεφτίζοντας έτσι
παραστατικά μια κινησιολογία θεματικών ψυχικών αντιδράσεων, φόβου, πανικού,
αμηχανίας, αγωνίας, ώθησης προς αναζήτηση, ανακούφισης από την αποφυγή μιας
καταστροφής.
Νιώθω στ’ αλήθεια γοητευμένος απ’ αυτή την
αρχιτεκτονική θαρρείς απόδοση των έντονων στιγμιαίων αντιδράσεων που μας
διαπερνούν όλους όταν βρισκόμαστε σε κατάσταση αδυναμίας. Εξίσου όμως λεπτομερειακή
είναι και η καταγραφή των προαποφασισμένων ψυχικών αντιδράσεων που εκφράζονται
μέσα από τη σκέψη, καταγραφή χρωματισμένη με όλες τις σχετικές αποχρώσεις, που
κάνει αισθητή την καταλυτική αναγκαιότητα της όποιας στιγμής και υπηρετεί το
έργο της κατανόησής της μέσω της επικεντρωμένης στόχευσης.
Μια ιδιαίτερη πράγματι ελκυστικότητα εμπεριέχεται
μέσα στη γραφή του Γιάννη Βαϊτσαρά, μια γητευτική ελκτική δύναμη που δεν τη
συναντάς παρά σπάνια στους ελάχιστους ομοτέχνους του συγγραφείς που έχω
διαβάσει, και συνάμα μια θαυμαστή όντως έκφραση ενός απόλυτου ρεαλισμού
απέναντι στη ζωή και στο θάνατο που διαπερνά όλα τα βιβλία του και με ωθεί πάντα
να εκφράζω τη συγκίνησή μου από την ανάγνωσή τους… Και όπως γράφει κι ο ίδιος
στις σελίδες (26-27) του “Αγαπητού κύριου Ψ”:
«Απόλαυσε, λοιπόν, μια κοινότατη
απλή μέρα, όπως γίνεται πολλά χρόνια τώρα, που ζει μέσα στην απόλυτα
καθησυχαστική και ξεκούραστη “γυάλα” της καθημερινότητάς του. Τα γηρατειά δεν
τον αφορούν προς το παρόν, θα έλεγε δε ευχαρίστως πως τα εβδομήντα είναι η
νεότητα του γήρατος. Έχει μπροστά του αρκετό καιρό για να σκεφτεί, αν
χρειαστεί, την απόσυρση και την πλήξη της τρίτης ή και της τέταρτης ηλικίας.
Έτσι πέρασαν οι ώρες του, ακούγοντας
προβλήματα και αδιέξοδα ανθρώπων πολύ νεότερων από κείνον που ψάχνουν στο
γραφείο και στο ντιβάνι του ανακούφιση και σιγουριά. Νομίζει πως ψάχνουν
προπαντός ελπίδα και διαβεβαίωση πως μπορούν ακόμη να αναμετρηθούν με τον
απάνθρωπο και απόλυτο άρχοντα του χρόνου και της ζωής. Με τον παντοδύναμο και
αμείλικτο Θάνατο».
«Όταν τελείωσε τις συνεδρίες του
όμως, για να είναι ειλικρινής, θυμήθηκε πως ήταν η μέρα των γενεθλίων του, αλλά
προσποιήθηκε πως δεν τον ενδιαφέρει, πως θα ήθελε να περάσει η βραδιά του ήρεμα
και ταπεινά, με τη χαμηλότονη και λίγο βαρετή ευτυχία που έχει συνηθίσει. Όλα
τούτα όμως ήταν προγράμματα αυθαίρετα, πλάνα εγωκεντρικά, αγνοώντας τη δύναμη
και την τεράστια σημασία που μπορεί να έχει ο “άλλος” στη ζωή μας».
Ο “ΆΛΛΟΣ”, λέξη συμβολική, σημαντική,
κομβική, καθοριστική. Στο διάβασμα της λέξης “άλλος”, ταράχτηκα, συγκινήθηκα
έντονα, κάποιοι λυγμοί ανέβηκαν ανεξέλεγκτα, ένιωσα να βρίσκομαι και εγώ στο
ντιβάνι, δεν πρόλαβα να σκεφτώ την αυτό-ανάλυσή μου που με οπλίζει στα περισσότερα από τα εξήντατέσσερά
μου χρόνια, διολίσθησε η ψυχή μου στις αποχρώσεις, όχι του γκρι αλλά του “Ο
ΑΛΛΟΣ”, ο κοινωνικός, ο βιωματικός, ο άλλος του καθρέφτη, ο άλλος στο βλέμμα
του άλλου, ο άλλος στα βλέμματα των άλλων, ο άλλος της ζωής, ο άλλος του ερωτισμού,
ο άλλος του έρωτα, ο άλλος του πόθου, ο άλλος του πάθους, ο άλλος της
νεκροφάνειας, ο άλλος του θανάτου.
Συνεχίζω ωστόσο το διάβασμα και αντιλαμβάνομαι ότι ο
συγγραφέας έχει ανακαλύψει και είναι ικανός να εκφράζει και να μεταδίδει την
έννοια του δώρου, το δώρο το πραγματικό και δώρο το άυλο, της ψυχής, του
αισθήματος, του έρωτα, αλλά ακόμη και το άυλο και ταυτόχρονα πραγματικό δώρο,
την πραγματική αγάπη της ζωής, το βλέπω καθαρά ειπωμένο στις σελίδες 30-31,
όταν αναφέρεται στο ανείπωτο, το ανέκφραστο αλλά, παρά ταύτα, ζωντανό
πραγματικό.
Μετά, στην πορεία, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος,
έρχεται η ώρα να ανακαλύψει το πρόβλημα:
«Αυτό ακριβώς θεωρεί πως είναι το
πρόβλημα! Η ηλικία, ο χρόνος που περνάει ερήμην μας, και μαζί του έρχονται και
φεύγουν οι μόδες και οι συνήθειες. Τα τατουάζ όμως μένουν, κι όταν τα χρόνια
περάσουν, στο γερασμένο κωλαράκι της Εβίτας του θα μείνει ρυτιδιασμένη η δική
του σφραγίδα, που εκείνη, σε μια ερωτική τρέλα της νεότητας, κόλλησε ανεξίτηλα,
εν αγνοία του».
Εδώ το συνειρμοφόρο (sic) μυαλό μου ταξιδεύει στις
παροιμίες, τις συμπυκνώσεις σοφίας του θυμόσοφου λαού:
-
Τα χρόνια φεύγουν σαν νερό και οι μήνες σαν διαβάτες
-
Τώρα που έγινε η θάλασσα γιαούρτι χάσαμε τα κουτάλια
-
Κάθε πράγμα στον καιρό του και ο κολιός τον Αύγουστο
Για το ίδιο πράγμα μας μιλάει εξάλλου και το παλιό,
πολύ παλιό πλέον, τραγούδι, το γεμάτο εμπειρία και συγκίνηση, του Αττίκ:
Μαραμένα τα γιούλια και οι
βιόλες
Μαραμένα και τα γιασεμιά
Μαραμένες κι οι ελπίδες μου
όλες
Στης καρδιάς μου τη μαύρη
ερημιά
Κοιτάζοντας προς τη δύση, μέσα από το κείμενο ή με
αφορμή το κείμενο, η δύση δεν χάνει την ευκαιρία να προβάλλει στην οθόνη της
ζωής μας συγκίνηση, νοσταλγία, τρυφερότητα, δάκρυα. Αυτά είναι τα άνθη του
κακού, της ύπαρξής μας, αν δεν έχουμε ζήσει, όπως ο πρωταγωνιστής, έστω και στο
“κάλιο αργά παρά αργότερα”, για να είμαστε ικανοί να αποχωρήσουμε ήρεμοι και
χορτάτοι.
Σαν ψυχαναλυτής ο συγγραφέας ασχολείται φυσικά και με
την ορμή της ζωής, του ενστίκτου και με το σεξουαλικό αντικείμενο, την ζωοφόρο
πηγή της ψυχής και του πνεύματος.
«Φυσικά, ο νους του πάει στην Εβίτα.
Αν θέλει να είναι ειλικρινής, πρέπει να το ομολογήσει. Σ’ αυτήν και μόνο σ’
αυτή χρωστάει τη νεότητα που αισθάνεται! Όταν αγκαλιάζει το σώμα της, ξεχνάει
εντελώς ηλικίες, γεράματα, θανάτους. Παίρνει τόση θέρμη, τόση αγάπη, τόσο
πάθος, που εκείνη την ώρα θα στοιχημάτιζε πως όλοι οι καθρέφτες του κόσμου
τρελάθηκαν, πως είναι ένας ακμαίος και δυνατός νέος άντρας, πως έχει μέσα κι
έξω του την ορμή του νεαρού εραστή. Κι αυτό είναι ανεκτίμητο. Είναι ένα πολύτιμο
και αμύθητο δώρο. Το ακριβότερο που θα μπορούσε να του δώσει άνθρωπος σ’ αυτή
τη γη. Για να ακριβολογεί δεν είναι αυτό το δώρο της. Το πραγματικό δώρο είναι
πως δεν νιώθει να του προσφέρει, να του δωρίζει κάτι. Είναι ανάγκη της, είναι
επιθυμία της να τον αγκαλιάζει έτσι».
Ο λογοτέχνης Βαϊτσαράς αποδίδει με σαφήνεια και
ρεαλισμό τις ψυχικές αντιδράσεις, τις τρυφερές εκδοχές του λόγου και τις
“τσαχπινογαργαλιές” των παρθενικών νεανικών σκέψεων και των σωματικών εκφράσεων
που αποβλέπουν στον επιθυμητό σκοπό. Ταξιδεύει, σαν τον Οδυσσέα θαρρείς,
εκφράζει την περιπέτεια και επανέρχεται στη νηνεμία, στο χτίσιμο του
μυθιστορήματος, δημιουργεί ένα ιδιαίτερα όμορφο παιχνίδισμα μεταξύ ψυχανάλυσης
και λογοτεχνίας, και ταξιδεύει και τον αναγνώστη σε περιοχές, σε μνήμες, σε
περιβάλλοντα οικεία για όσους έχουν βιώσει τα ανάλογα, αλλά και τους αμύητους
ακόμη τους παρασύρει πιστεύω σε μια άυλη μυθοπλασία, σε μια άυλη, δίχως ρίζες
στο παρελθόν, νοσταλγία. Μοιάζει τόσο με τη νοσταλγία που εκφράζουν διάφοροι
φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι, όταν τους ακούω να λένε: “Μακάρι να είχα και εγώ
μια πατρίδα, μια καταγωγή, από επαρχία, από χωριό”.
Ναι, είναι ένα μυθιστόρημα για όλους, για όλους τους χαρακτήρες,
για ευαίσθητους, για γάιδαρους, για εγωκεντρικούς, για αρχηγικούς, για
μονήρεις, για νορμάλ, για ιδιότροπους, για θρασείς, για μανιακούς, για
νευρικούς, για νευρωτικούς, όλοι θα γαληνέψουν…
Εξοπλισμένος με λεπταίσθητη ευαισθησία ο ψυχαναλυτής
συγγραφέας, παρατηρεί και αποτυπώνει ακόμη, με πολύ ζωντανό τρόπο, τον
αποχωρισμό, τον χωρισμό που μέσα του περικλείει την, κατά τη γνώμη μου,
ψευδαίσθηση που λέγεται ελπίδα, το κοινώς λεγόμενο “εις το επανιδείν”, όπως το μνημονεύει
στο κείμενο.
Την προσοχή μου αποσπά όμως τώρα το “παλιό”, μια λέξη
χαρακτηριστική, η οποία μες στο μυθιστόρημα επαναλαμβάνεται, τονίζεται, αφήνει
ερωτήματα, καταλαβαίνω πως πρόκειται για μια λέξη-κλειδί στη θεώρηση του
ψυχαναλυτή, το “παλιό” δίχως να μας μιλάει άμεσα σαν λέξη, διεισδύει εντούτοις
μέσα στην καθημερινότητά μας και είναι προφανές πως κρύβει έννοιες που
αναπτύσσονται διεξοδικά και ουσιαστικά στο μύθο/ιστόρημα που αρχιτεκτονεί ο
Γιάννης Βαϊτσαράς, ας μην το λησμονούμε, είναι και αρχιτέκτονας…
Ανοίγω λοιπόν την πύλη της
έννοιας “παλιό” και αρχίζω και σκέφτομαι λέξεις και έννοιες: παλιό, άχρηστο,
κατεστραμμένο, για πέταμα, χρησιμοποιημένο-κάποτε χρήσιμο-, αξίας του τότε, το
περασμένο, το βιωμένο της ψυχής μας, η νοσταλγία μας, ο νόστος, αυτό που
χάσαμε, η ζωή μας, τα νιάτα μας, ο έρωτάς μας, οι επιθυμίες μας, η ορμή της
ζωής μας, τα όνειρά μας, οι αναμνήσεις, οι συγκινήσεις, οι φαντασιώσεις. Όλα
γίνονται σημεία αναφοράς για την εξέλιξη της ψυχαναλυτικής οπτικής, για την
εξέλιξη του λογοτεχνήματος, αλλά ταυτόχρονα και κλωστές για το λογοτεχνικό
κέντημα αυτού του απλού και ευαίσθητου ανθρώπου, του Γιάννη Βαϊτσαρά, που
δίνει, πιστεύω, αφορμή σε κάθε αναγνώστη να ενεργοποιήσει τις ψυχικές του
χορδές και να κατευθύνει την πνευματική του ικανότητα σε προσωπικούς
προβληματισμούς και σε αυτό-ψυχαναλυτικές συνειδητοποιήσεις ενώ όσον αφορά τους
κοντινούς του ανθρώπους, προσφέρει την ευρύτητα της οπτικής του και μια ας την
ονομάσω άσκηση ψυχαναλυτικής παιδείας έτσι ώστε κατανοώντας να απομακρύνονται
από τις στείρες κοινωνικές κατευθύνσεις.
Ο Βαϊτσαράς αναδεικνύει την
καλοσύνη, τον ανθρωπισμό, τη δημοκρατικότητα, το όραμα αλλά και την αφιέρωση σε
μια σταδιοδρομία που σκοπό της έχει έναν κόσμο ανθρώπινο, με ευαισθησία και
ρομαντισμό, γι’ αυτό πιστεύω και πως αιωρείται στο πέλαγος των αναμνήσεων (σελίδα
56).
Στο προ-δημοσιευμένο εξάλλου κεφάλαιο
“ΤΕΣΣΕΡΑ” που το μετονόμασε “ΧΟΡΟΕΣΠΕΡΙΔΑ”, διαφαίνεται συμπυκνωμένη όλη η
γοητεία, η ένταση, η αλήθεια για τη ζωή, και για τον πλατωνικό έρωτα, τον άυλο,
τον ανεκπλήρωτο, που σε αφήνει πετρωμένο και βουβό ως στήλη άλατος.
Παρ’ όλη την αθεράπευτη αγάπη
μου για την ψυχανάλυση όμως, μου άρεσαν εξίσου και τα λογοτεχνικά ιντερμέδια
του βιβλίου, τα απαλλαγμένα από το έντονο ψυχαναλυτικό στοιχείο. Χωρίς φυσικά
να είμαι ούτε κατά φαντασία κριτικός λογοτεχνίας, βλέπω πολύ καθαρά πως
υπάρχουν υπέροχες παρένθετες λογοτεχνικές σελίδες, απροσδόκητες και
απολαυστικές που σπάζουν ευχάριστα την αγωνία της ροής της ιστορίας (σελ 109
για παράδειγμα).
Η γλυκύτητα πάλι στις
περιγραφές, στις διηγήσεις, η διάχυτη νοσταλγικότητα, είναι παντού αισθητή,
ιδίως βέβαια αν ο αναγνώστης έχει, όπως ο γράφων, βιώσει στο παρελθόν ορισμένες
αντίστοιχες καταστάσεις. Αν αυτό δεν συμβαίνει και αν δεν διαθέτεις κιόλας ούτε
εκείνη τη δημιουργική φαντασία την ικανή να πλάθει όνειρα και ονειροπολήσεις, ε,
τότε θα βρεθείς μάλλον σ’ εκείνη τη θέση που βρίσκονται όσοι αποπειρώνται να
συμβουλέψουν γονείς με κλήρια (παιδιά) ενώ οι ίδιοι είναι άκληροι.
Δεν πρέπει όμως να παραλείψω εδώ
να κάνω μια προειδοποίηση: Επειδή ο Βαϊτσαράς περιγράφει τα έντονα συναισθήματα
της ζώσας ύπαρξης, με καθαρά λογοτεχνικό τρόπο αλλά και καθαρά συλλεκτικό ψυχαναλυτικό
τρόπο, επειδή ρίχνει φως στα παρασκήνια της ζωής, των βιωμάτων, των χαρακτήρων,
των αντιδράσεων, με λίγα λόγια, στο δράμα της ύπαρξης και στο ψέμα της ζωής,
γι’ αυτό ας μην τον διαβάσουν οι ψευδολάτρες, οι ψευτοχαρούμενοι, οι
χαχανιστές. Στη ζωή και τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα εμπεριέχουν το δράμα, τη
θλίψη, αυτό που, ποιητική αδεία, αποκαλώ υποφορά. Ωστόσο κι αυτοί ακόμη δεν θα
αρνηθούν πως είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο.
Ένα εξαιρετικό βιβλίο που θα
έπαιρνα το θάρρος να το χαρακτηρίσω και ως «βιβλίο πρακτικής ψυχανάλυσης» γιατί
ενώ διαβάζουμε μυθιστόρημα, εντρυφούμε συγχρόνως και κατανοούμε άκοπα σχεδόν
τις θεωρητικές συλλήψεις του “παππού” Φρόυντ.
Μα, όσο επίσης κι αν ακούγεται
παράδοξο, συγκινημένος λέω πως, με τον τρόπο του, συγκαταλέγεται ταυτόχρονα και
στα βιβλία εκείνα που ιστορούν την Εθνική Αντίσταση, αφού αναδεικνύει τις
συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί μες στις σχέσεις των ανθρώπων καθώς βέβαια και
το καταλυτικό πέρασμα του οδοστρωτήρα του χρόνου που επέφερε την αμείλικτη
“εξέλιξή” τους.
Και έτσι ακριβώς, το τοπίο
αλλάζει, η ιστορία ξετυλίγεται σαν μια διαδικασία καθημερινότητας, ψυχρή,
ρεαλιστική, συνηθισμένη, άχρωμη, άγευστη, όπως δηλαδή η λεγόμενη
πραγματικότητα, η πεζή, τρέχουσα, αδιάφορη πραγματικότητα, σαν μια διαρκή
προσπάθεια να προλάβουμε το τραίνο της ζωής και της ύπαρξής μας, για να
διαιωνίσουμε αυτή την καθημερινότητα.
Εδώ πραγματικά έχουμε να κάνουμε
με την ώρα της αλήθειας, όχι την αλήθεια της ψυχανάλυσης, αλλά εκείνη της
καθημερινής διαδικασίας της ζωής μας.
Ο ψυχαναλυτής συγγραφέας
προβάλλει μπροστά μας το ασυμβίβαστο της ψυχανάλυσης με τη γραφή, μεταγράφει
την ψυχρότητα των πραγμάτων στο γραπτό λογοτεχνικό λόγο, έτσι που να σε κάνει να
μειδιάσεις, να μείνεις αμήχανος, να αδιαφορήσεις ή να νιώσεις εχθρότητα, και
μας επισημαίνει ακόμη πως «κάποια στιγμή η αλήθεια θα λάμψει και μαζί της η
τιμωρία» (σελ 207), γιατί, ως γνωστό, η αλήθεια είναι πικρή και διαβρωτική.
Η ιστορία εντέλει, ιστορημένη
ακριβώς ως καθαρά ρεαλιστική καθημερινότητα, σου κεντρίζει το ενδιαφέρον για
την εξέλιξή της, φανερώνει με σαφήνεια τις διαφορές των χαρακτήρων, φέρνει στο
φως τις συνέπειες των ανεξίτηλων ψυχικών σφραγίδων του παρελθόντος (σελ
215-216). Στην ουσία, καταγράφει το τέλος του βιώματος, την επικράτηση του
ρεαλισμού, --η ζωή συνεχίζεται με το δικό της ρυθμό, οι προσωπικές διακυμάνσεις
είναι απλώς μέσα μας, ιδιωτικές, η καθημερινότητα είναι το καταπραϋντικό και ο
χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός…
Βρίσκω αυτή την αλλαγή του
τοπίου ενδιαφέρουσα σαν να είναι ένα άλλο μυθιστόρημα μέσα στο ίδιο
μυθιστόρημα. Υπάρχει αποσυμφόρηση της έντασης, γι’ αυτό άλλωστε νιώθεις και
χαρούμενος, ο πανδαμάτωρ χρόνος είναι πράγματι γιατρός, δεν παύει όμως να αφήνει
τα ίχνη του, τις αναμνήσεις και τη νοσταλγία, εκείνο το ψυχικό αλλά και
σωματικό άλγος, που γεννιέται από την ανεκπλήρωτη ώθηση για νόστο, για επιστροφή
--στην ορμή της ζωής, στον πόθο, στο πάθος, στον έρωτα…
Διαφορετικά, ας σκεφτεί κανείς,
αν δεν υπήρχε το άσπρο και το μαύρο πώς θα ένιωθε, πώς θα αντιδρούσε, τι θα
γινόταν, τι θα χρειαζόταν. Μήπως αντί ψυχαναλυτή θα χρειαζόταν ψυχίατρο,
νευρολόγο, για να μην αποθρασυνθώ δηλαδή λεκτικά και προτείνω την πουκαμίσα με
τα μακριά εκείνα μανίκια…
Ταξιδεύοντας κι εγώ μέσα στο κείμενο
του “Αγαπητού μου κυρίου Ψ”, άφησα να με συνεπάρει το κύμα της γραφής βιώνοντας
και αναβιώνοντας εικόνες, καταστάσεις, συναισθήματα και εμπνεύσεις, πολύ συχνά
μέσα σ’ ένα ψυχικό κλίμα θαυμασμού και σκέφτηκα ετούτη την απλή αλήθεια: τι άλλο
τελικά καλύτερο αξίζει σ’ αυτή τη θλιβερή μας ύπαρξη από ένα τέτοιο ωραίο
βιβλίο;
Ένα βιβλίο που όπως όλα τα καλά
βιβλία, μπορείς να το ξαναδιαβάσεις, κι αν το προσέχεις δεν χάνεται, δεν
φθείρεται, και προπαντός δεν ξεχνιέται, και σε παρηγορεί, έστω και αν τώρα στέκεται
σιωπηλό στη βιβλιοθήκη σου, και πάλι με τον τρόπο του σε αναζητά και σε βρίσκει
όταν θελήσεις να ζήσεις μαζί του την ένταση του έρωτα!
Για
άλλη μια φορά
Ευχαριστώ
θερμά
τον
λογοτέχνη και φίλο
Γιάννη
Βαϊτσαρά
Σεπτέμβριος
2016
Διονύσης
Παπακώστας
Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016
Ο αναποδογεννημένος
Ο «Αναποδογενημένος» του Χρήστου Χρηστίδη
Γιάννης Βαϊτσαράς (*)
Διαβάζοντας τον Αναποδογεννημένο του Χρήστου Χρηστίδη, αντιλαμβάνομαι από την πρώτη κιόλας σελίδα πως οι ψυχαναλυτικές μου κεραίες ευαισθητοποιούνται. Και ως την τελευταία γραμμή -την τελευταία παύλα- δεν κατάφερα να μην παρασυρθώ από την χρησιμοποίηση του ψυχαναλυτικού φακού για την ανάγνωση.
Σκέφτομαι την προτροπή που απευθύνουν γονείς και κοινωνικό σύνολο σε κάθε νέο άνθρωπο: Κατασκεύασε το μέλλον σου! Είναι προτροπή, ή ακόμα και προσταγή, που η ψυχανάλυση θα προσπαθήσει να μετατρέψει σε ευχή: Κατασκεύασε το παρελθόν σου[1].
Η ψυχανάλυση χρησιμοποιεί την έννοια της “κατασκευής”. Είναι όρος που δηλώνει μια διεργασία μέσα στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας για την ανασύσταση μέρους της παιδικής ιστορίας του ανθρώπου, πραγματικής ή φανταστικής.
Νιώθω πως αυτό ακριβώς επιχειρεί το βιβλίο: Μια κατασκευή, εκ των υστέρων.
Νιώθω πως αυτό ακριβώς επιχειρεί το βιβλίο: Μια κατασκευή, εκ των υστέρων.
Πράγματι, στα 78 κείμενα του αφηγήματος του Χρηστίδη, «άκουσα» την προσπάθειά του να υφάνει την ιστορία του αφηγητή, χρησιμοποιώντας τον γραπτό λόγο, την λογοτεχνία. Το υφαντό του, με στημόνι την μνήμη, στήνεται με δεξιοτεχνία πηγαίνοντας απ’ το τότε στο τώρα, από την παιδική ηλικία, στην εφηβεία, στην ενηλικίωση και στο γήρας. Και το αντίστροφο. Μια διαδρομή φαινομενικά δίχως προορισμό, μα που καταλήγει στο στήσιμο μιας ταινίας που διατρέχει τον χρόνο.
Διαγράφεται έτσι μια βιογραφία, ένας εαυτός, πάντα σε κίνηση, σε εξέλιξη, σε μεταβολή. Το βιβλίο μοιάζει σαν μια προσπάθεια ιδιοποίησης του παρελθόντος και των αλλαγών που φέρνει η ζωή, έτσι ώστε η ύφανση του αφηγήματος να καθιστά την προσωπική ιστορία λιγότερο ξένη, λιγότερο επώδυνη.
Ο αφηγητής επιχειρεί με μαεστρία να κρατήσει μια σχέση ανάμεσα σε εκείνον και το παρελθόν του, ειδικότερα μια επαφή με τα παιδικά του χρόνια. Γιατί ξέρει πως τότε σημαδεύτηκε από πρόσωπα και γεγονότα, από παραστάσεις. Ξέρει πως πολλά απ’ αυτά είναι θαμμένα, λησμονημένα, απωθημένα. Ξέρει επίσης όμως πως, ακόμα και ξεχασμένα, συνεχίζουν να επιδρούν πάνω του, να καθορίζουν την πλοκή της ψυχικής του δραματουργίας. Τα ανακαλεί λοιπόν στη μνήμη, ή τα κατασκευάζει. Και τα γράφει.
Είναι μια κατασκευή ενός παρελθόντος που έχει τις ρίζες του στο παρόν!
Βρίσκω εκπληκτική αυτή την ικανότητα σύνδεσης που διατρέχει το βιβλίο του Χρηστίδη. Ένας ποιητικός κι ανάλαφρος τρόπος ανακατασκευής του παρελθόντος σύμφωνα με το παρόν και ίσως μπρος σε ένα αδυσώπητο μέλλον. Και μέσα από την ψυχική κατασκευή γεννιέται το αφήγημα με τον ανατρεπτικό τίτλο Αναποδογεννημένος. Θα έλεγε κανείς πως το παρελθόν γεννήθηκε ανάποδα, ξεκινώντας από το παρόν…
Βρίσκω εκπληκτική αυτή την ικανότητα σύνδεσης που διατρέχει το βιβλίο του Χρηστίδη. Ένας ποιητικός κι ανάλαφρος τρόπος ανακατασκευής του παρελθόντος σύμφωνα με το παρόν και ίσως μπρος σε ένα αδυσώπητο μέλλον. Και μέσα από την ψυχική κατασκευή γεννιέται το αφήγημα με τον ανατρεπτικό τίτλο Αναποδογεννημένος. Θα έλεγε κανείς πως το παρελθόν γεννήθηκε ανάποδα, ξεκινώντας από το παρόν…
Έτσι το λογοτεχνικό έργο γίνεται ζωντανή πηγή συναντήσεων, του τώρα με το τότε, της μνήμης με την πραγματικότητα. Για τον λογοτέχνη αφηγητή που ψάχνει τη θέση του και που είδε ανάποδα το φως του κόσμου, αναφύεται το καλό νέο: Η δημιουργία εγγυάται να του βρει μια θέση στο σύστημα, στην οικογένεια, στη γενεαλογία, στη χρονική τάξη. Το αφήγημα, η φαντασιακή έκφραση, ως άλλη ψυχανάλυση, θα δώσει την δυνατότητα να ειπωθεί το συναίσθημα, να γίνουν λέξεις οι φόβοι, οι συγκρούσεις και οι επιθυμίες. Τα συναισθήματα μιας ολόκληρης ζωής.
Το «οικογενειακό μυθιστόρημα» θριαμβεύει! Με τον όρο αυτό χαρακτήρισε ο Φρόιντ τις φαντασιώσεις μέσω των οποίων το άτομο τροποποιεί φαντασιακά τους δεσμούς με τους γονείς και το περιβάλλον του, επινοώντας για την περίπτωση ένα είδος μυθιστορήματος[2]. Ο Χρηστίδης επινοεί το δικό του μυθιστόρημα, αναμιγνύοντας τους ρόλους και τους χρόνους, σε μια ποιητική θεραπευτική φαντασία, με στόχο, συνειδητό ή μη, την θεραπεία, την φροντίδα την αναμνήσεων:
Γριά με ζαρωμένο πρόσωπο και σώμα μπαίνει στις ιαματικές πηγές και βγαίνει κορίτσι με μαύρο φόρεμα και περμανάντ.
Και λίγο πιο κάτω στο ίδιο κείμενο:
Η μητέρα σε κοιτάζει με γλυκιά περιέργεια. -Ποιος είσαι εσύ; σου λέει.
-Έλα μαμά, μια κουταλιά για τον μπαμπά σου που σου μάθαινε ποδήλατο χωρίς χέρια, της λες κι ακουμπάς στα χείλη της το κουτάλι με τον ζωμό.
-Καίει μπαμπά, σου λέει και απομακρύνει το χέρι σου.
-Έλα μαμά, μια κουταλιά για τον μπαμπά σου που σου μάθαινε ποδήλατο χωρίς χέρια, της λες κι ακουμπάς στα χείλη της το κουτάλι με τον ζωμό.
-Καίει μπαμπά, σου λέει και απομακρύνει το χέρι σου.
Χρειάζεται άραγε να προσθέσω εδώ ότι, κατά τον Φρόιντ, οι φαντασιώσεις αυτού του είδους έχουν τις ρίζες τους στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα;
Με ευχαρίστηση ανίχνευσα στο αφήγημα την επιδέξια προσπάθεια του συγγραφέα να μετασχηματίσει τον παρελθόντα χρόνο ώστε το «πριν» να συνεχίσει να υπάρχει και να διατηρήσει την σύνδεσή του με το «τώρα», να κατασκευάσει ένα παρελθόν που να είναι πράγματι η αιτία και πηγή της ύπαρξης, τώρα που η ύπαρξη η ίδια απειλείται από το τέλος, από τον θάνατο. Τώρα που,
…μέχρις εδώ ήταν, σκέφτεται βαρύθυμος…
Σκασμένος μπαίνεις στο αμάξι και φτάνεις σε μια έρημη παραλία. Από τη θάλασσα ξεπροβάλλει…
Σκασμένος μπαίνεις στο αμάξι και φτάνεις σε μια έρημη παραλία. Από τη θάλασσα ξεπροβάλλει…
Ευτυχώς, ξεπροβάλλει η ανάμνηση. Με νοσταλγία, με πόνο, αλλά απαραίτητη για τη σύνδεση, για το τώρα και για το μέλλον, όσο μικρό και κοντινό κι αν είναι.
Να είναι η νοσταλγία, η λύπη για όσα έγιναν ή δεν έγιναν, να είναι ο πόνος για το χαμένο παρελθόν και το επώδυνο παρόν που οδηγούν τη σκέψη του αφηγητή; Σίγουρα λίγο απ’ όλα αυτά καθώς το τώρα είναι το τώρα. Και «τώρα» σημαίνει σήμερα, χτες και αύριο. Τα ανθρώπινα όντα που είμαστε αισθανόμαστε και πιστεύουμε ότι ο χρόνος περνάει. Και μάλιστα ισχυριζόμαστε πως περνάει πιο γρήγορα όσο γερνάμε. Αλλά ο Χρόνος αγνοεί ότι περνάει, είναι ακίνητος, δεν έχει ηλικία. Κι ο καθένας μας έχει όλες τις ηλικίες όταν σταματήσει να τεμαχίζει τον χρόνο, στο πριν και το μετά.[3]
Το γραπτό του Χρηστίδη αγνοεί τον χρόνο, όπως ακριβώς το υποσυνείδητο. Στο ίδιο κείμενο συναντούμε τρεις στιγμές. Το πριν, το πιο πριν, το τώρα:
Στον καθρέφτη απέναντι αντικρίζεις σάρκα κουρασμένη, αποκαρδιωμένη, πένθιμη.
Πόσα παγωτά έφαγες φέτος το καλοκαίρι, Νικηφόρε;
Ξυπνάς μούσκεμα. Πεινάς σαν λύκος.
Οι εικόνες οι λέξεις οι εκφράσεις και οι αισθήσεις που στήνουν το αφήγημα του Χρηστίδη με παραπέμπουν στον ελεύθερο συνειρμό της ψυχανάλυσης. Όπως στην ψυχοθεραπεία, έτσι και στο υφαντό με τίτλο Αναποδογεννημένος, τα πολύχρωμα νήματα των άσχετων σκέψεων εμφανίζονται δήθεν τυχαία. Αλλά διαφαίνεται εύκολα μια κρυφή κλωστή που τα ενώνει, η υποσυνείδητη επιθυμία για σύνολο, για νόημα, για ολοκλήρωση του πίνακα, της βιογραφίας. Στο τέλος, τα ξέφτια του μέλλοντος, η σκιά του επερχόμενου θανάτου, θα έχουν (ανάποδα) τη θέση τους στο αφήγημα:
Χτες πέθανα κι εγώ… Είναι όμορφα εδώ, ο κόσμος άνω κάτω και –
Τέλος. Παύλα δίχως τελεία, σαν ένα κρόσσι που τελειώνει το υφαντό της μνήμης και, μαζί της, της ύπαρξης.
Τέλος. Παύλα δίχως τελεία, σαν ένα κρόσσι που τελειώνει το υφαντό της μνήμης και, μαζί της, της ύπαρξης.
(*)Ο Γιάννης Βαϊτσαράς είναι Ψυχαναλυτής-συγγραφέας
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
